Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Στη Κοιλάδα των Ναών




Η Σικελία πέρα από τα γοητευτικά τοπία της και τα πανέμορφα χωριά της, περηφανεύεται και για ένα ιερό τοπίο, το οποίο αιώνες δεσπόζει σε μία από τις κορυφογραμμές των νότιων ακτών της. Αναφέρομαι σε μία αρχαιολογική Μέκκα, μία από τις σημαντικότερες στην Ευρώπη. Η φημισμένη Κοιλάδα των Ναών στέκεται αγέρωχη στους αιώνες κι εξακολουθεί να μαγεύει κάθε περιηγητή που την επισκέπτεται.
Ξεκινήσαμε αρκετά νωρίς από την Καλτανισέττα για να προλάβουμε τον πρωινό ήλιο στην νότια πλευρά της νήσου. Ο Ακράγαντας είναι σχετικά κοντά, οπότε δε χρειαστήκαμε πάνω από μία ώρα για να φτάσουμε. Η νεώτερη πόλη ισοπεδώθηκε από τους Συμμάχους κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στη θέση της έχουν χτιστεί νέα οικοδομήματα, τελείως αδιάφορα και μουντά. Δυστυχώς ο Ακράγαντας θυσιάστηκε κατά την επέλαση των νικητών του πολέμου. Διασχίσαμε βιαστικά την πόλη, η οποία εκείνη τη στιγμή ξυπνούσε κι οι δρόμοι άρχιζαν να ασφυκτιούν από οχήματα και μηχανάκια. Αφού ξεγλιστρήσαμε από την κίνηση, κατηφορίσαμε προς την κοιλάδα.
Η αρχαία πόλη ιδρύθηκε το 580 π.Χ. και σύντομα έγινε μία από τις πλουσιότερες κι επιφανέστερες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας. Μελανό σημείο στην ιστορία της, υπήρξε η ουδετερότητά της στο πόλεμο των Συρακουσών με την Αθήνα. Λίγο καιρό αργότερα η πόλη λεηλατήθηκε από τους Καρχηδόνιους. Οι λεηλασίες συνεχίστηκαν από τους Ρωμαίους. Μετά τη πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πόλη πέρασε στους Βυζαντινούς, οι οποίοι συγκέντρωσαν ολόκληρο τον πληθυσμό στο ιερό μέρος για να προστατεύονται καλύτερα από τους επιδρομείς. Αυτή τη φορά ήταν οι Σαρακηνοί που λεηλατούσαν την πόλη μέχρι που την κατέλαβαν το 828 και την μετονόμασαν σε Girgenti. Ακολούθησαν οι Νορμανδοί μέχρι που η πόλη ερήμωσε. Το 1860, οι εναπομείναντες κάτοικοι υποστήριξαν φανατικά τον Γκαριμπάλντι και την ιδέα της ενωμένης Ιταλίας. Το 1927 ο Μουσολίνι επανέφερε το λατινικό όνομα της πόλης, κάτι που έκανε και σ' άλλες πόλεις της Ιταλίας. Όσο για την Κοιλάδα των Ναών, ανήκει στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Unesco.
Κατηφορίζοντας προς την Κοιλάδα, παρατηρούσαμε τα μνημεία μέσα στο αμάξι. Βρίσκονταν σχετικά κοντά στο δρόμο κι έπαιζαν κρυφτό με φυσικά εμπόδια. Ήταν εντυπωσιακό να προσπερνάς τον υπέροχο Ναό της Ομόνοιας και να ανυπομονείς να παρκάρεις το αμάξι για να μπορέσεις να τον θαυμάσεις από κοντά. Στο κατώτερο σημείο της Κοιλάδας έχει ιδιωτικά πάρκινγκ. Εκεί οι ιδιοκτήτες μας ενημέρωναν πως μπορούσαμε να πάρουμε ταξί να μας πάει στο ψηλότερο σημείο κι από εκεί να κατηφορίσουμε. Κατά τη γνώμη μου είναι μεγάλο λάθος να το κάνει κανείς αυτό. Η Κοιλάδα αξίζει να την ανέβει αλλά και να την κατέβει ο κάθε περιηγητής για να απολαύσει τα μνημεία δύο φορές. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε με τα πόδια.
Εισχωρήσαμε σε έναν υπέροχο ελαιώνα. Ανάμεσα στις ελιές και στα βράχια, υπήρχαν διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη των ναών (00:05-00:24). Όλα μαζί είχαν γίνει ένα. Η φύση μοιραζόταν την αιωνιότητα των σπαραγμάτων, δημιουργώντας μία απροσδιόριστη αύρα τριγύρω μας. Το παρόν ενωνόταν με το παρελθόν και το ταξίδι στο χρόνο μόλις ξεκινούσε στο μυαλό μας αλλά και στην πραγματικότητα.
Το πρώτο απομεινάρι που συναντήσαμε ήταν ο Ναός των Διοσκούρων (00:25-00:41). Οι Διόσκουροι ήταν παιδιά (δίδυμα) του Δία και της Λήδας και αδέρφια της ωραίας Ελένης. Ήταν θεοί του φωτός και προσωποποιούσαν για τους Έλληνες την εντιμότητα, τη γενναιοψυχία, την τόλμη, την ευγένεια και την αρετή. Οι Ρωμαίοι πίστευαν πως τα δύο αδέλφια προστάτευαν το στρατό τους κατά τη διάρκεια της μάχης. Από το ναό έχει μείνει σήμερα μόνο ένα γωνιακό κομμάτι. Δυστυχώς δε του δώσαμε το χρόνο που θα πρεπε διότι ανυπομονούσαμε να δούμε τους υπόλοιπους που ήταν πιο καλοδιατηρημένοι.
Λίγο πιο πάνω συναντήσαμε ξαπλωμένα δυο τεράστια γλυπτά, τα οποία βάση του στησίματός τους, πιθανότατα να στήριζαν κάτι (00:57-01:10). Σήμερα, έχοντας χάσει τα χαρακτηριστικά τους από τη φθορά του χρόνου, αναπαύονται στη σικελική γη.
Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε τον Ναό του Ηρακλή (01:15-01:54). Κανείς δεν είναι βέβαιος αν όντως είναι αφιερωμένος σ' αυτόν, αν και στην αρχαιότητα είχε αναφερθεί πως στο εσωτερικό του υπήρχε το άγαλμα του Ηρακλή αλλά και μία ζωγραφική που τον απεικόνιζε βρέφος να πνίγει τα δύο φίδια. Ο ναός είναι στημένος κοντά στην κεντρική πύλη της Κοιλάδας των Ναών κι η αρχιτεκτονική του είναι καινοτόμα για τα δεδομένα της Σικελίας. Το οικοδόμημα λεηλατήθηκε από τους Καρχηδόνιους κι αναστηλώθηκε από τους Ρωμαίους, οι οποίοι έκαναν τις δικές τους παρεμβάσεις.
Αμέσως μετά ο χώρος πλαταίνει για να μας παρουσιαστεί με όλη του τη μεγαλοσύνη, ο Ναός της Ομόνοιας (01:55-02:58). Ο Ναός της Ομόνοιας θεωρείται ο πιο καλοδιατηρημένος ναός της αρχαιότητας (μαζί με το Ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα). Οι Ιταλοί τον αποκαλούν "Παρθενώνα της Ιταλίας" κι όχι άδικα. Η όψη του είναι επιβλητική κάτι στο οποίο βοηθάει η υπερυψωμένη επιφάνεια όπου είναι τοποθετημένος. Δίπλα του στεκόταν αρχοντικά μία ανθισμένη αμυγδαλιά η οποία προς στιγμή έκλεβε τις εντυπώσεις από το μνημείο. Χτισμένος με ντόπιο πέτρωμα, χάνει λίγο από την λάμψη του Παρθενώνα, αλλά αυτό δεν μειώνει την ομορφιά του και το δέος που νιώθει κάθε επισκέπτης όταν τον αντικρίζει. Έχω ακούσει πως απ' αυτό το σημείο, θαυμάζει κανείς ένα από τα ομορφότερα ηλιοβασιλέματα της Ιταλίας. Μπροστά από τον ναό βρίσκεται ξαπλωμένος ο "Ίκαρος" του γλύπτη Igor Mitoraj. Παρόμοια γλυπτά του συναντήσαμε και στην  Πομπηία. Υπέροχο το δέσιμο της μοντέρνας τέχνης με τα αρχαία μνημεία.
Ο τελευταίος ναός, ο οποίος βρίσκεται και στο ψηλότερο σημείο της κοιλάδας είναι ο Ναός της Ήρας (03:10-04:06). Κι εδώ αμφισβητείται στο ποια θεότητα είναι αφιερωμένος ο ναός. Παρά τις λεηλασίες που δέχτηκε στην ιστορία του, εξακολουθούν να στέκουν 25 κίονες, δίνοντάς μας το ερέθισμα να φανταστούμε το τεραστίων διαστάσεων μέγεθος του.
Κατηφορίζοντας προς το πάρκινγκ, σταματούσαμε ξανά μπροστά από τους ναούς. Τους θαυμάζαμε, τους περιεργαζόμασταν και προσπαθούσαμε να αποτυπώσουμε τη κάθε τους λεπτομέρεια. Ήταν εντυπωσιακή η αίσθηση που νιώθαμε εκεί. Στην καρδιά της Μεσογείου χτυπάει μία δεύτερη ελληνική καρδιά. Κι εμείς σταθήκαμε τυχεροί που την ακούσαμε και νιώσαμε τους παλμούς της κάτω από τα πόδια μας. 

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Αυτή είναι η δικιά μας Βαρκελώνη



Η δικαστική απόφαση της Δευτέρας σχετικά με την υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή, εξόργισε κάθε συνειδητοποιημένο πολίτη κι έδωσε τροφή σε κάθε φιλελεύθερο παπαγάλο να στάξει για μία ακόμη φορά το αντιλαϊκό του δηλητήριο, υπερασπίζοντας μία δικαιοσύνη που έχει χάσει καιρό τώρα τον καθήκον και την ηθική της. Στις αβάσιμες όμως κατηγορίες υπήρχε και μία που προκάλεσε χιουμοριστικού περιεχομένου έντονες αντιδράσεις, καθώς οι δικαστικοί χαρακτήρισαν την Βαρκελώνη που επισκέφθηκαν οι δυο νέοι (όπως κι ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων) ως άντρο τρομοκρατών.
Δε μπορώ να καταλάβω τι εικόνα έχουν οι συγκεκριμένοι δικαστικοί για την πρωτεύουσα της Καταλωνίας. Για τους περισσότερους από μας, η πόλη αυτή είναι συνδυασμένη με την αρχιτεκτονική του Γκαουντί, την υπερομαδά της Μπαρτσελόνα αλλά και με την τουριστική της άνοιξη μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992.
Για κάποιους ανθρώπους όμως, η Βαρκελώνη είναι η πόλη όπου κάποτε χτυπούσε η καρδιά μιας κοινωνικής επανάστασης κι ενός ιδεολογικού πολέμου. Στον ισπανικός εμφύλιος πραγματοποιήθηκε το σημαντικότερο κοινωνικό πείραμα, το οποίο έθεσε νέες βάσεις στις τότε κοινωνίες. Χειραφέτησε τις γυναίκες οι οποίες για πρώτη φορά στη ιστορία πολέμησαν ισότιμα δίπλα στους άντρες. Απελευθέρωσε την γη και την έδωσε στους αγρότες. Παρέδωσε τα εργοστάσια στους εργάτες να τα διευθύνουν όπως εκείνοι γνώριζαν καλύτερα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, υπήρξε ελευθεριακή εκπαίδευση κι έξαρση της καλλιτεχνικής έκφρασης ενώ στον οικονομικό τομέα πετύχαν το μεγαλύτερο θαύμα, προσφέροντας πλήρη απασχόληση στους πολίτες κι εκμηδενίζοντας τον πληθωρισμό. Εκείνα τα χρόνια στην Βαρκελώνη έγινε πράξη η ουτοπία που δεκαετίες τώρα αναζητάμε.
Στην Βαρκελώνη υπήρξε η κορύφωση μιας ιδεολογίας, η οποία έμεινε στην ιστορία ως το Σύντομο Καλοκαίρι της Αναρχίας, το οποίο δυστυχώς πέρασε ανεπιστρεπτί. Κι όταν αυτό το θαύμα αποδυναμώθηκε από τις τρικλοποδιές των κομμουνιστών μέχρι που ισοπεδώθηκε από τους φασίστες, μία φωνή υψώθηκε στους ουρανούς της Καταλωνίας να υπενθυμίζει αιωνίως το χρέος μας. Τα λόγια του σπουδαιότερου προσώπου του ισπανικού εμφυλίου, Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι , έμειναν για πάντα χαραγμένα στις συνειδήσεις μας.
«Εμείς είμαστε αυτοί που θα κληρονομήσουν την γη. Αμφιβολία δεν υπάρχει . Η μπουρζουαζία θα τιναχτεί στον αέρα και θα εγκαταλείψει το βάθρο της ιστορίας. Τα ερείπια δεν τα φοβόμαστε εμείς που είμαστε οι οικοδόμοι των σπιτιών. Θα τα φτιάξουμε όλα πάλι από την αρχή. Αυτόν τον νέο κόσμο κρύβουμε μέσα στη καρδιά μας»
Αυτή είναι η δικιά μας Βαρκελώνη!

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Μη σκαλίζεις τη στάχτη



του Θανάση Καρτερού

Μια παλιά ιστορία. Του 1970. Πολύ κοινή τότε. Ένας πολιτικός κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού, καταδικασμένος με τον νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, κάνει αίτηση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών για αποφυλάκισή του μια και έχει εκτίσει τα δύο τρίτα της ποινής. Το συμβούλιο την απορρίπτει με το σκεπτικό ότι είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια! Μιλάμε για τακτικούς δικαστές, οι οποίοι είχαν δώσει όρκο να υπηρετούν το σύνταγμα, όχι για στρατοδίκες, έτσι; Και οι οποίοι υπηρετούσαν πειθήνια τη χούντα, που χρησιμοποίησε το σύνταγμα ως χαρτί υγείας.
Η ανεξάρτητη ελληνική Δικαιοσύνη υπηρέτησε τη χούντα; Ναι, και μια χαρά. Αφού την «καθάρισαν» οι χουντικοί από δημοκρατικά στοιχεία, και από τους ανυπόφορα τυπικούς και γενναίους, την κατέστησαν θεραπαινίδα της ανωμαλίας τους. Και εφέτες ως πρόεδροι έστελναν για ψύλλου πήδημα, ή με κατασκευασμένες κατηγορίες, κόσμο στη φυλακή και τακτικοί δικαστές τον άφηναν να σαπίζει εκεί. Και εισαγγελείς έχτισαν στις πλάτες των αθώων καριέρες. Και αρεοπαγίτες έγιναν υπουργοί και πρωθυπουργοί. Και άκρα του τάφου σιωπή επικρατούσε στο ανεξάρτητο βασίλειο των δικαστών.
Ας μην πάμε παραπίσω, στο δράμα και στο αίμα του 509, που εφάρμοζαν με όλη την εμφύλια σκληρότητα. Ή στις επιτροπές ασφαλείας, που έστελναν κατά δεκάδες χιλιάδες τους ξεροκέφαλους στα ξερονήσια. Και, ρίξτε, σας παρακαλώ μια ματιά στα παλιά κιτάπια. Η Δικαιοσύνη υποστήριζε πάντα για τον εαυτό της ότι ήταν ανεξάρτητη, ελεύθερη, εναρμονισμένη όχι μόνο με τον τύπο του νόμου, αλλά και με τον χτύπο της καρδιάς τους έθνους. Με το κοινό περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας, για την οποία ο δικαστής αποτελεί τελευταίο αποκούμπι. Εις θάνατον - εκεί κατάληγε για κάποιους το τελευταίο αποκούμπι.
Μη σκαλίζεις τη στάχτη, θα πείτε. Έχουν αλλάξει τα χρόνια, οι καταστάσεις και λοιπά. Φυσικά, και ευτυχώς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι καθένας είναι ό,τι δηλώνει. Και όταν η Δικαιοσύνη θεωρεί επικίνδυνη την Ηριάννα, και την αφήνει στη φυλακή, και ακίνδυνο τον λαθρέμπορο δυόμιση τόνων ηρωίνης, και τον βγάζει από τη φυλακή, όσο και να χτυπούν κάτω τον φερόμενο ως ανεξάρτητο κώλο τους οι ενώσεις δικαστών και εισαγγελέων, έχουμε δικαίωμα να θυμώνουμε. Γιατί, μεταξύ άλλων, υπάρχουν και οι παλιές πληγές. Που πονούν και ματώνουν όταν διαπράττονται νέα εγκλήματα.

Πηγή: Αυγή

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Perfetti Sconosciuti (2016)



Οι "Τέλειοι Ξένοι" είναι από τις ταινίες που δε σου γεμίζουν ιδιαίτερα το μάτι, τις οποίες πάντα αφήνεις ως επιλογές σπιτικών προβολών. Η γρήγορη μάλιστα ελληνική εκδοχή της, περισσότερο κακό έκανε στην ιταλική σατυρική ταινία, μιας κι αρκετοί προτίμησαν την εγχώρια παραγωγή. Όταν λοιπόν κάθισα να δω την ταινία, δε περίμενα με τίποτα πως θα με κέρδιζε τόσο εύκολα και θα με απορροφούσαν τόσο γρήγορα η ιστορία, οι διάλογοι και τα ευτράπελα που συμβαίνουν σε μια βραδινή συνάντηση μεταξύ φίλων και μυστικών...
Όλη η ταινία είναι γυρισμένη σε ένα διαμέρισμα με κυριότερους χώρους δράσης την τραπεζαρία και το μπαλκόνι. Εφτά φίλοι, εκ των οποίων οι έξι είναι ζευγάρια μεταξύ τους, αποφασίζουν να απολαύσουν την έκλειψη της σελήνης, συνδυάζοντάς την με έναν πλούσιο γεύμα. Το ευχάριστο κλίμα που επικρατεί μεταξύ τους μέσα από συζητήσεις και πλάκες, θα μουδιάσει όταν η οικοδέσποινα προτείνει να αφήσουν όλοι τα κινητά τους στη μέση του τραπεζιού και να μοιραστούν κάθε μήνυμα, mail και κλήση, για να αποδείξουν πως δεν έχουν μεταξύ τους μυστικά. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα για τους παρόντες, οι οποίοι αποφασίζουν να ρισκάρουν από το να κινήσουν τις υποψίες των συντρόφων τους. Μία απόφαση που θα φέρει απανωτές εκρήξεις, μετατρέποντας την ευχάριστη σύναξη σε νυχτερινό εφιάλτη.
Οι "Τέλειοι Ξένοι" είναι από τις προσπάθειες όπου ο κινηματογράφος προσπαθεί να υιοθετήσει τη μαγεία του θεάτρου. Εγχείρημα δύσκολο, το οποίο όποτε πετυχαίνει, προσφέρει όμορφες στιγμές. Κι η ιταλική ταινία το καταφέρνει με το παραπάνω.
Διάλογοι, οι οποίοι δε κουράζουν, με τους οποίους άλλες φορές γελάς με τη ψυχή σου κι άλλες μαγκώνεσαι αναμένοντας μία ακόμη αποκάλυψη. Φυσικά δε λείπουν κι οι ανατροπές που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό. Κι όλα αυτά συμπυκνωμένα σε μιάμισης ώρας ταινία.
Τι είναι όμως αυτό που μ' έκανε να απολαύσω στο έπακρο τους Τέλειους Ξένους; Πρώτα απ' όλα ήταν οι ηθοποιοί κι οι ερμηνείες τους. Οι επιλογές των προσώπων φάνηκε πως ήταν αυτές που έπρεπε να γίνουν, μιας κι ο καθένας υποστήριξε τον ρόλο του με μεγάλη επιτυχία. Έπειτα ήταν η αύρα που υπήρχε μεταξύ των ηθοποιών. Σου άφηναν την εντύπωση πως είναι πραγματικοί φίλοι. Η οικειότητα και το ζεστό κλίμα έδιναν την αίσθηση πως παρακολουθείς σε ζωντανή σύνδεση τον δείπνο κάποιων Ιταλών φίλων, ικανοποιώντας μ' αυτόν τον τρόπο, τον υποχθόνιο ηδονοβλεψία που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Επίσης ήταν οι έξυπνοι διάλογοι. Λόγια απλά και καθημερινά, τα οποία άλλες φορές φανερώνουν προβληματισμούς και ανθρώπινες σοφίες κι άλλοτε προσπαθούν να κρύψουν την ανασφάλεια της κενότητας του καθενός μας. Όμως το μεγάλο μυστικό της επιτυχίας σ' αυτήν την ταινία, είναι πως καταφέρνει να παίξει με την συναισθηματική κατάσταση του κάθε θεατή, προκαλώντας του έντονες συναισθηματικές εναλλαγές.
Παρ' όλα αυτά, το φινάλε φαίνεται να έγινε βιαστικά, σαν να προσπαθούσε ο σκηνοθέτης να ολοκληρώσει μία ταινία η οποία θα μπορούσε να προσφέρει κι άλλα στους θεατές. Η λύση που δίνεται στο τέλος είναι αρκετά ρηχή κι εύκολη, χαλώντας κατά μία έννοια την καλή εικόνα που σου αφήνει η ταινία μέχρι τότε.
Δε παύει όμως να είναι μία ευχάριστη κι άκρως ενδιαφέρουσα κινηματογραφική επιλογή, για την οποία συνιστώ να μην επιχειρηθεί να τη δουν πολλά ζευγάρια μαζεμένα στον ίδιο χώρο διότι είναι πιθανό να ανάψει κι αλλού φωτιές.

Βαθμολογία: 7/10

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Τα συναισθήματα των αρχαίων Ελλήνων από τη Νέα Υόρκη στο Μουσείο της Ακρόπολης



Η πρωτοποριακή έκθεση «Ένας κόσμος συναισθημάτων: Αρχαία Ελλάδα, 700 π. Χ. - 200 μ. Χ.» («A World of Emotions: Ancient Greece 700 BC - 200 AD»), που σε λίγες μέρες ολοκληρώνεται στο Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης, έρχεται στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, το Μουσείο Ακρόπολης, σε συνεργασία με το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάση, προγραμματίζει τη διοργάνωση της παραπάνω έκθεσης κατά το διάστημα από 17 Ιουλίου έως 19 Νοεμβρίου 2017, μια κίνηση που θα δώσει την ευκαιρία σε Έλληνες και ξένους επισκέπτες να γνωρίσουν αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον, παγκόσμιο και διαχρονικό θέμα.
Η έκθεση έχει ελάχιστες διαφορές με εκείνη που πραγματοποιείται στις ΗΠΑ, καθώς περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα έργα που συμμετείχαν σε αυτήν. Πρόκειται για συνολικά 129 αρχαιότητες από τα σπουδαιότερα μουσεία του κόσμου, όπως το Μουσείο Ακρόπολης, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο.
Οι κύριες εκθεσιακές ενότητες είναι πέντε. Η πρώτη έχει τίτλο «Η τέχνη των συναισθημάτων» και η δεύτερη «Οι χώροι των συναισθημάτων», η οποία διαρθρώνεται σε πέντε υποενότητες: «Τα συναισθήματα στον ιδιωτικό χώρο», «Στο πεδίο της μάχης», «Τα συναισθήματα στον δημόσιο χώρο», «Τα συναισθήματα στους ιερούς χώρους», «Νεκροταφείο: χώρος πένθους και ελπίδας». Ακολουθούν οι ενότητες «Συναισθηματικές συγκρούσεις», «Σκλάβοι των συναισθημάτων» και «Μήδεια».
Το Μουσείο Ακρόπολης αναλαμβάνει την οργάνωση και τον μουσειογραφικό σχεδιασμό της έκθεσης που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων του μουσείου, καθώς και την παραγωγή ψηφιακού υλικού που θα την εμπλουτίσει. Οι ενότητες θα αναπτυχθούν κυκλικά γύρω από έναν πυρήνα και με τη βοήθεια πετασμάτων βαμμένων σε αποχρώσεις του κόκκινου θα αποδοθεί η κλιμάκωση της έντασης των συναισθημάτων όπως αυτή αποτυπώνεται στα αρχαία έργα. Στον κέντρο του πυρήνα θα εκτεθούν τα γλυπτά του Έρωτα και του Πόθου.
Μόνο πέντε έργα από το Μητροπολιτικό Μουσείο δεν θα «ταξιδέψουν» στην Ελλάδα για τεχνικούς λόγους, ενώ θα προστεθούν δυο «νέα» από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Ένας Kιονωτός κρατήρας του ζωγράφου του Cleveland με απεικόνιση της πάλης Ηρακλέους και Βουσίριδος (5ος αι. π. Χ.) και η επιτύμβια στήλη της Δαμασιστράτης, 350-325π.Χ. Επιμελητές της έκθεσης είναι ο 'Αγγελος Χανιώτης, καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών του Ινστιτούτου Ανώτατων Σπουδών (Πρίνστον) και μέλος Δ.Σ. του Θυγατρικού Ιδρύματος Ωνάση στις ΗΠΑ, ο Νικόλαος Καλτσάς, επίτιμος διευθυντής στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και ο Ιωάννης Μυλωνόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Την έκθεση θα πλαισιώνει κατάλογος στα ελληνικά, που θα εκδοθεί με δαπάνες του Ιδρύματος Αλ. Ωνάση.
Το αίτημα του Μουσείου Ακρόπολης για τον προσωρινό δανεισμό 102 αρχαίων έργων από τις Εφορείες Αρχαιοτήτων Αθηνών, Ανατολικής Αττικής, Δυτικής Αττικής - Πειραιώς και Νήσων, Κυκλάδων, Βοιωτίας, Ημαθίας, Πέλλας, Ιωαννίνων, Λάρισας, Σάμου - Ικαρίας, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Επιγραφικό και Νομισματικό Μουσείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και την Ιδιωτική Συλλογή Τσολοζίδη πήρε χτες ομόφωνα το «πράσινο φως» από το ΚΑΣ.

(πηγή ΑΠΕ - ΜΠΕ)

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Για όλα φταίει ο Μαρξ;



του Τάσου Παππά

Οι συζητήσεις στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών διεξάγονται πάντοτε εφ’ όλης της ύλης. Οποιο κι αν είναι το αντικείμενο, οι αντιπολιτεύσεις διευρύνουν την ατζέντα. Αιφνιδιασμός δεν υπάρχει γιατί όλοι είναι προετοιμασμένοι.
Με πρωτοβουλία της Ν.Δ., η τελευταία συζήτηση στο Κοινοβούλιο επικεντρώθηκε στην υπόθεση του «Noor 1», στην εμπλοκή του υπουργού Αμυνας και φυσικά στην αριστερή βία και την τρομοκρατία.
Πρόκειται για το προσφιλές στη συντηρητική παράταξη θέμα, στο οποίο επανέρχεται με κάθε ευκαιρία.
Με λιγότερο άκομψο τρόπο -συγκριτικά με ορισμένους ομοδόξους του που έχουν ρίζες στην Ακρα Δεξιά- ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επέμεινε στην άποψη ότι η μήτρα της τρομοκρατίας στην Ελλάδα είναι η Ακρα Αριστερά.
Τώρα, τι ακριβώς είναι Ακρα Αριστερά σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Είναι οι εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις της, είναι οι ομάδες που χρησιμοποιούν τη βία και επικαλούνται πλευρές της αριστερής ιδεολογίας, είναι τα κόμματα και οι κινήσεις της που υποστηρίζουν ότι ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει με κοινοβουλευτικά μέσα, αλλά μόνο με επανάσταση;
Ψιλά γράμματα για όσους έχουν μοναδικό στόχο τη δημιουργία εντυπώσεων. Εκείνοι (μιλάω για τους καλοπροαίρετους) που πιστεύουν ότι λίγες είναι επί της ουσίας οι διαφορές που χωρίζουν τις ένοπλες ομάδες από τα κοινοβουλευτικά κόμματα της Αριστεράς πρέπει να γνωρίζουν ότι η ιστορική Αριστερά, και εδώ και στην Ευρώπη, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε το φαινόμενο τοποθετήθηκαν αρνητικά.
Στην Ιταλία, το πανίσχυρο τότε Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν πιο επιθετικό και από τα κόμματα της Δεξιάς απέναντι στις «Ερυθρές Ταξιαρχίες» και τις άλλες ένοπλες οργανώσεις. Κι ας έλεγε η Ροσάνα Ροσάντα (ιστορικό στέλεχος του ιταλικού κομμουνισμού) ότι οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» ανήκουν στο οικογενειακό άλμπουμ της Αριστεράς.
Θυμίζουμε ότι το ΚΚΕ καταδίκαζε τις ενέργειες των οργανώσεων, αφήνοντας υπαινιγμούς για σχέσεις με μυστικές υπηρεσίες (κατηγορία πάντως που δεν έχει αποδειχτεί).
Η ανανεωτική Αριστερά, η οποία ποτέ δεν είδε με συμπάθεια τη δράση των οργανώσεων, έκανε λόγο για μιλιταριστικά μορφώματα με ολοκληρωτική νοοτροπία.
Ομως και οι συγκεκριμένες οργανώσεις στα κείμενά τους δεν χαρίζονταν στα κόμματα της Αριστεράς, κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά: «Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν έχουν στόχο το σοσιαλισμό ούτε με ένοπλα ούτε με ειρηνικά μέσα και το μόνο που ενδιαφέρει τις ηγεσίες τους είναι μερικές έδρες στη Βουλή. Μοναδική δραστηριότητα των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων είναι η έκδοση μιας εβδομαδιάτικης ή μηνιαίας εφημερίδας και δυο τρεις φορές το χρόνο, γελοίες σε στιλ πανηγυριού, συγκεντρώσεις, όπου τους κοιτάζουν οι αστυνομικοί και γελάνε» (προκήρυξη της «17 Νοέμβρη», 1977).
Ανάλογου ύφους ήταν και η κριτική της 17Ν σε ομάδες αναρχικών που κατά την αντίληψη των διωκτικών μηχανισμών την εποχή εκείνη ήταν η δεξαμενή από την οποία η οργάνωση αντλούσε μέλη. Θυμίζουμε τον αφορισμό της για «τους καραγκιόζηδες των Εξαρχείων».
Από την άλλη πλευρά, σταθερή επιδίωξη των οργανικών διανοουμένων της Δεξιάς είναι να συνδέσουν την τρομοκρατία με το σύμπαν της σύγχρονης Αριστεράς.
Η προσπάθεια είναι ενταγμένη σ’ ένα σχέδιο που έχει στόχο τη συκοφάντηση της αριστερής ιδεολογίας σε όλες τις εκδοχές της (εκτός απ’ αυτήν που λειτουργεί σαν δεκανίκι του νεοφιλελευθερισμού).
Πτυχές του συγκεκριμένου σχεδίου είναι η ταύτιση του κομμουνισμού με τον ναζισμό (παλιά ιστορία η θεωρία των δύο άκρων), ο εξωραϊσμός του δωσιλογισμού την περίοδο της Κατοχής, εσχάτως και της χούντας (φρέσκα κουλούρια), αλλά ο κεντρικός πυρήνας του είναι η χρέωση του ολοκληρωτισμού («στρατοπεδικός κομμουνισμός» κατά τον Κώστα Παπαϊωάννου) στον μαρξισμό. 
Το σκεπτικό είναι απλό: αφού ο Στάλιν μιλούσε στο όνομα του Μαρξ, δεν είναι άμοιρος ευθυνών ο Μαρξ.
Είναι ο ηθικός αυτουργός για ό,τι στραβό και εγκληματικό συνέβη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η αντίληψη είναι ισοπεδωτική, ανιστόρητη και εξόφθαλμα ιδιοτελής.
Το έργο του Μαρξ είχαν ως σημείο αναφοράς ο Μπερνστάιν, ο Κάουτσκι, ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Μάρτοφ, η Λούξεμπουργκ, ο Γκράμσι, ο Μάο, ο Πολ Ποτ, ο Κιμ Ιλ Σουνγκ, ο ευρωκομμουνισμός, το SPD μέχρι το 1959, ο ελευθεριακός κομμουνισμός, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική, το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του '70, το ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσωτερικού, ο ΣΥΡΙΖΑ.
Για ό,τι έχουν πει και ό,τι έχουν κάνει όλοι αυτοί ευθύνεται ο Κάρολος; Απαντώντας στη συγκεκριμένη θεωρία -μερικοί από τους οπαδούς της ήταν πάντως υψηλού επιπέδου στοχαστές (Πόπερ, Μπερλίν, Αρόν)- ο Ιταλός ιστορικός Μάσιμο Σαλβαντόρι σημειώνει: «Γιατί αυτός που μετράει στην κρίση μας πρέπει να είναι ο Μαρξ όσων μαρξιστών ήταν στην εξουσία και όχι εκείνοι οι μαρξιστές οι οποίοι πάλεψαν ενάντια στη δεσποτική παρέκκλιση;» (από τη στήλη του Θανάση Γιαλκέτση στο περιοδικό «Επτά» της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας», 4-4-2004).

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα, ο Ερντογάν δεν είναι ακόμη κυρίαρχος του παιχνιδιού



του Ραγκίπ Ντουράν

Η εξουσία πανηγυρίζει τη νίκη της 15ης Ιουλίου. «Ελεγχόμενο πραξικόπημα», λέει η αντιπολίτευση, «παράσταση που σκηνοθέτησε ο Σουλτάνος», υποστηρίζουν άλλοι. Το προεδρικό μέγαρο φαίνεται να χάνει την πολιτική πρωτοβουλία, παρά την καταπίεση που εξακολουθεί να ασκεί σε όλους τους αντιπάλους του.
«Εβδομάδα-φόρος τιμής στους μάρτυρες μας! Ζήτω η εποποιία της 15ης Ιουλίου! Το έθνος απαλλάχθηκε από τους τρομοκράτες του Φετουλάχ Γκιουλέν!»... Με ένα βομβαρδισμό από τα μέσα ενημέρωσης, με αφίσες, πανό στους δρόμους κι επίσημες κρατικές τελετές και τελετές του κυβερνώντος κόμματος, δήμοι που πρόσκεινται στον Ερντογάν γιορτάζουν την πρώτη επέτειο από το αποτυχημένο πραξικόπημα.
Μετά το βαρύ πλήγμα το οποίο υπέστη την προηγούμενη εβδομάδα από τη μεγάλη «Πορεία για τη Δικαιοσύνη», που διοργάνωσε η αντιπολίτευση, η εξουσία προσπαθεί τώρα να πάρει τη ρεβάνς. Ήδη από τη Δευτέρα, ένας πανεπιστημιακός προσκείμενος στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κι αργότερα, δέκα ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων -μεταξύ των οποίων δύο αλλοδαποί- συνελήφθησαν στην Κωνσταντινούπολη.
Με την προπαγάνδα της, που προκαλεί εθνικιστική και θρησκευτική αναταραχή, η εξουσία επιχειρεί τώρα να φιμώσει τη φωνή των αντιπάλων της, αναβιώνοντας «τη φρίκη του πραξικοπήματος που οργάνωσαν οι προδότες του έθνους» και «τη μεγάλη νίκη του έθνους που αντιστάθηκε στο πραξικόπημα».
Ένα χρόνο μετά, πολλές ερωτήσεις παραμένουν αναπάντητες: Ποιος ήταν ο ηγέτης των πραξικοπηματιών; Ποια τμήματα του στρατού (κεμαλιστές, γκιουλενιστές, ανεξάρτητοι αντι-Ερντογανικοί) συμμετείχαν στο πραξικόπημα; Γιατί ο επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών (ΜΙΤ) και ο Αρχηγός του ΓΕΣ -που παραμένουν στις θέσεις τους- δεν έχουν δώσει ακόμη εξηγήσεις για τη διεξαγωγή της επιχείρησης; Ήταν ελεγχόμενο το πραξικόπημα; Γιατί απέτυχε; Ποιος πρόδωσε ποιον; Ποιος άλλαξε στρατόπεδο την τελευταία στιγμή;
Και βέβαια, υπάρχουν δεκάδες σημεία ακόμη που δεν έχουν αποσαφηνιστεί: Η τουρκική Εθνοσυνέλευση βομβαρδίστηκε πράγματι από αεροσκάφη της πολεμικής αεροπορίας ή επρόκειτο απλώς για μια έκρηξη που συνέβη στο εσωτερικό του κτιρίου; Παρότι η πολεμική αεροπορία φέρεται ως κύριος διοργανωτής του πραξικοπήματος, πώς, κατά τις πρώτες ώρες του, ο Ερντογάν κατόρθωσε να έχει πρόσβαση στο προεδρικό αεροσκάφος και να πετάξει ανενόχλητος για περισσότερες από δύο ώρες μέχρι την Κωνσταντινούπολη; Ποιος έδωσε τη διαταγή και σε λιγότερο από δύο ώρες δεκάδες φορτηγά γεμάτα πέτρες στήθηκαν ως οδοφράγματα μπροστά από τις εξόδους πολλών στρατώνων για να αποτρέψουν την έξοδο των τανκς; Γιατί, τέλος, δεν πραγματοποιήθηκε νεκροψία σε περισσότερους από διακόσιους ανθρώπους;
Στρατηγοί και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί που κατηγορήθηκαν ως πραξικοπηματίες συνελήφθησαν και βασανίστηκαν (σχετικές φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στον Τύπο από την κυβέρνηση). Οι υποθέσεις τους εκδικάζονται αυτήν την περίοδο αλλά εκείνοι αρνούνται όλες τις κατηγορίες που τους έχουν απαγγελθεί. Πολλοί παραδέχονται την πολυπλοκότητα της επιχείρησης και καταθέτουν ανησυχητικές πληροφορίες που δημιουργούν ερωτηματικά: «Λάβαμε αντιφατικές διαταγές», «Εμείς δεν ξέραμε τίποτα για το πραξικόπημα», «Ο πρώην επικεφαλής της πολεμικής αεροπορίας ήρθε στο στρατώνα μας και προσπάθησε να μας πείσει να αντιταχθούμε σε άλλη μονάδα» ...
Ο πρόεδρος Ερντογάν υπήρξε ο μεγάλος νικητής αυτού του πραξικοπήματος. Όπως ομολόγησε στα τέλη Ιουλίου πέρυσι: «Αυτό ήταν δώρο απ’ τον Αλλάχ!». Κι ήταν πράγματι, καθώς του επέτρεψε να κηρύξει τη χώρα σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης και μέσω νομοθετικών διαταγμάτων να ενισχύσει τη θέση του ως μεγάλου ανδρός που πλέον διατηρεί έλεγχο των εξουσιών (εκτελεστική, δικαστική και νομοθετική). Έτσι, το κράτος Ερντογάν αντικατέστησε το κράτος δικαίου που ήδη υπέφερε. 
Περισσότεροι από εκατόν εξήντα χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, ακαδημαϊκοί, στρατιωτικοί, δικαστές, εισαγγελείς, αστυνομικοί και χωροφύλακες απολύθηκαν. Δεκάδες χιλιάδες από αυτούς συνελήφθησαν. Η εξουσία συνδέει με την τρομοκρατία και χαρακτηρίζει προσκείμενο στον Γκιουλέν κάθε πρόσωπο ή όργανο που δε συντάσσεται μαζί της. Αρκετές εκατοντάδες εκδόσεις απαγορεύτηκαν κι εκατοντάδες ενώσεις και σωματεία διαλύθηκαν μετά την κήρυξη του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Εκατόν εξήντα ένας δημοσιογράφοι βρίσκονται στη φυλακή.
Ο Ερντογάν έδωσε επίσης εντολή να απαγορευτεί η πρόσβαση στη Wikipedia. Το λόγο τον μάθαμε αλλά με καθυστέρηση: Η Wikipedia είχε πρoσθέσει το όνομά του σε λίστα της με τους προέδρους που έχουν σκηνοθετήσει οι ίδιοι πραξικοπήματα εναντίον τους.
Την περασμένη Τετάρτη, ο Ερντογάν παραδέχτηκε έναν ακόμη στόχο του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, όταν δήλωσε ότι, «η επιχειρηματική κοινότητα δεν θα έπρεπε να διαμαρτύρεται για το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, διότι, χάρη σε αυτό, μπορούμε να αποτρέπουμε και να απαγορεύουμε τις απεργίες».
Παρόλα αυτά, παρατηρείται ένα μικρό, αλλά σημαντικό βήμα που έγινε στην πολιτική σκηνή: παρά την καταστολή που συνεχίζει να επιβάλει σε όλα τα μέτωπα, ο Ερντογάν φαίνεται να χάνει την πρωτοβουλία: Δύο εκατομμύρια άνθρωποι συγκεντρώθηκαν την περασμένη Κυριακή στην Κωνσταντινούπολη, κατά την τελική φάση της εικοσιτετραήμερης «Πορείας για τη Δικαιοσύνη» που ενθάρρυνε την αντιπολίτευση κι έδωσε ελπίδα στους δημοκράτες.
Ένα άλλο ερώτημα όμως, παραμένει αναπάντητο: Πώς να οικοδομηθεί ένα πραγματικό μέτωπο, μια πολιτική εναλλακτική λύση ενάντια στο Σουλτάνο; Από τους κεμαλιστές ως τους Κούρδους κι από τους φιλελεύθερους, τους απογοητευμένους φιλοκυβερνητικούς και τους σοσιαλδημοκράτες ως τους ακροδεξιούς, ο αντι-ερντογανισμός δεν είναι αρκετός για να αντιταχθεί αποτελεσματικά στην τρέλα του ενός. Όλα αυτά τα διαφορετικά τμήματα της αντιπολίτευσης διαφωνούν μεταξύ τους σε πολλά βασικά ζητήματα, αρχής γενομένης από το Κουρδικό. Κι οι αποκλίσεις αυτές δε συνιστούν μικρές διαφορές.

* Ο Ραγκίπ Ντουράν, με ρεπορτάζ και αναλύσεις, καταγράφει κάθε Σαββατοκύριακο στο Tvxs.gr, τις εξελίξεις στη Τουρκία. Μετάφραση: Νίκος Λεγάκης

Πηγή: tvxs.gr

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ραγκούσα, στο χωριό της Σικελικής τέχνης




Ποιος είναι ο λόγος που ξεχώρισα αυτό το χωριό από τα υπόλοιπα της Σικελίας; Η τοποθεσία του πάνω σε δύο αντικριστούς λόφους, η αύρα του αλλά κι ο τρόπος που μας αποκαλύφθηκε, είναι μερικοί λόγοι για τους οποίους λάτρεψα λίγο παραπάνω τη Ραγκούσα.
Η Ραγκούσα πέρα από όμορφο χωριό, είναι και η πρωτεύουσα των χωριών της νοτιοανατολικής Σικελίας από το 1926 όταν ενώθηκαν οι δυο λόφοι σε μία πόλη, παίρνοντας τα ηνία από τη Μόντικα η οποία τα κατείχε από τον 13ο αι.
Καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ο καιρός ήταν υπέροχος. Ένας ζεστός μεσογειακός ήλιος στεκόταν πάνω από τα κεφάλια μας, όσο εμείς περιπλανιόμασταν στα χωριά της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας. Όμως λίγο πριν φύγουμε από την Μόντικα, άρχισαν να μαζεύονται βαριά σύννεφα πάνω από την κοιλάδα. Το μπουρίνι ξεκίνησε μόλις μπήκαμε στο αμάξι. Άνθρωποι που μέχρι εκείνη τη στιγμή απολάμβαναν τον ανοιξιάτικο ήλιο, έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από υπόστεγα. Μ' αυτή την απρόσμενη κατάσταση, διασχίσαμε το χωριό και κινήσαμε προς την Ραγκούσα.
Αφού αφήσαμε πίσω μας τη κοιλάδα της Μόντικα, ο ουρανός καθάρισε κι ένας υπέροχος ήλιος ξεπρόβαλε πάλι πίσω από τα σύννεφα. Εκείνη τη στιγμή φανερώθηκε μπροστά μας η Ραγκούσα. Ο βρεγμένος τρούλος του καθεδρικού λαμπύριζε και μας καλούσε κοντά του.
Η Ραγκούσα απλώνεται σε δυο λόφους. Το όχημα το αφήσαμε στον έναν λόφο όπου στέκει το σύγχρονο κομμάτι της πόλης κι επιτρεπόταν το παρκάρισμα. Από εκεί περπατήσαμε προς την παλιά πόλη, την Ίμπλα Ραγκούσα.
Στη σύγχρονη μεριά της πόλης βρίσκεται ο San Giovanni Battista, η οποία είναι μία από τις μεγαλύτερες εκκλησίες της Σικελίας. Εντυπωσιακή είναι η μπαρόκ πρόσοψή της αλλά και το καμπαναριό το οποίο φτάνει σε ύψος τα πενήντα μέτρα.
Οι λόφοι χωρίζονται από δύο κάθετες πλαγιές. Η καθετότητά τους από τη μία προσφέρει υπέροχη θέα αλλά από την άλλη μας εξουθένωσε με τις απότομες ανηφοριές. Σταθήκαμε στη κορυφή της μία πλαγιάς κι απολαύσαμε την πανοραμική όψη της παλιάς πόλης. Παρατηρώντας τη διάταξη των κτιρίων, των παλάτσων, των καμπαναριών αλλά και του φυσικού τοπίου που απλώνεται περιμετρικά, διαπιστώσαμε πως είναι απίστευτα εύστοχος ο παραλληλισμός της Ραγκούσα με το Τολέδο.
Ένα μονοπάτι μας κατέβασε στις ρίζες του λόφου κι από ένα τρίστρατο ανηφορίσαμε προς την παλιά πόλη. Το σοκάκι μας οδήγησε κατευθείαν στον καθεδρικό ναό του Αγίου Γεωργίου. Η λιτή του όψη και τα διάφανα τζάμια στο τρούλο, υποδηλώνουν τη σχετικά πρόσφατη κατασκευή του. Ο ναός αυτός χτίστηκε το 1738 στη θέση ενός προηγούμενου ο οποίος είχε καταστραφεί από το σεισμό του 1693. Παρ' όλα αυτά θεωρείται ως ένα από τα ψηλότερα θρησκευτικά κτίρια μπαρόκ ρυθμού στην Ευρώπη, ενώ ο τρούλος του είναι επηρεασμένος από το θόλο του Πάνθεον στο Παρίσι.
Στο εσωτερικό του χώρο με μαγνήτισε το κόκκινο χρώμα των τοίχων. Πέσαμε όμως πάνω σε λειτουργία κι έτσι δεν μείναμε αρκετή ώρα μέσα στον ναό. Ο παπάς της ενορίας έβγαζε εκείνη τη στιγμή λόγο. Δε καταλαβαίναμε τη έλεγε αλλά σταθήκαμε λίγα λεπτά να τον παρακολουθήσουμε. Μιλούσε με πάθος και κουνούσε έντονα το δεξί του χέρι και με τον δείκτη έδειχνε συνέχεια τον ουρανό. Είχε μία ζωντάνια κι ένα πάθος το οποίο περνούσε στο κοινό, το οποίο τον άκουγε προσηλωμένο και σιωπηλό. Διασχίσαμε την αίθουσα και βγήκαμε από την άλλη πλευρά του ναού, αφού πρώτα προκαλέσαμε λίγο θόρυβο με το πέρασμά μας ανάμεσα στα στασίδια, εισπράττοντας μερικά ενοχλημένα βλέμματα.
Από εκεί ανοιγόταν μία μεγάλη κεκλιμένη πλατεία, η οποία κατέληγε σε έναν πεζόδρομο γεμάτο εστιατόρια και καταστήματα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο. Οικογένειες, παιδιά και γεροντάκια απολάμβαναν το γλυκό απριλιάτικο σούρουπο. Κατηφορίσαμε προς την αγορά και καθίσαμε σε ένα από τα μαγαζάκια για να απολαύσουμε ντόπιους μεζέδες.
Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά. Η λειτουργία στον καθεδρικό είχε ολοκληρωθεί κι οι πιστοί κατηφόρισαν προς την αγορά για να ενωθούν με τους υπόλοιπους κατοίκους. Από νωρίς άρχισαν τα καταστήματα να κλείνουν. Πολλές προσόψεις κτιρίων άρχισαν να φωτίζονται. Μπαρόκ κτίρια που ξαναχτίστηκαν μετά τον μεγάλο σεισμό.
Οι δρόμοι εξακολουθούσαν να σφύζουν από ζωή. Πληρώσαμε το φαγητό και συνεχίσαμε τη βόλτα μας στην πόλη. Φτάσαμε ως την άλλη άκρη της αγοράς, η οποία κατέληγε σε μία μικρή πλατεία όπου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ιωσήφ.
Κατά την επιστροφή μας σταθήκαμε για λίγο έξω από την εκκλησία των ψυχών του Καθαρτηρίου με την λιτή της μπαρόκ πύλη. Ένα από τα λίγα κτίρια που γλίτωσαν από το σεισμό. Ανηφορίζοντας προς την νέα πόλη παρατηρήσαμε την Santa Maria dell'Itria με το εκλεπτυσμένο της καμπαναριό πλούσιο σε κεραμική διακόσμηση, δημιούργημα των Ιπποτών της Μάλτας.
Λίγο πριν ανηφορίσουμε την πλαγιά, σταθήκαμε και είδαμε την πόλη φωταγωγημένη. Τα σπίτια αποκτούσαν μία ιδιαίτερη όψη, καθώς ο φωτισμός ήταν κρυμμένος μέσα στα στενά σοκάκια. Σου έδινε την εντύπωση πως ένα υπόγειο φως ανέβαινε προς τα πάνω προσπαθώντας να αγγίξει τις κορυφές των καμπαναριών και τα πιο ψηλά σημεία των σπιτιών.
Κι αφού χορτάσαμε όλη αυτήν την ομορφιά, σφίξαμε τα δόντια κι ανηφορίσαμε προς το αμάξι. Η αλήθεια είναι πως στο αυτοκίνητο φτάσαμε εξαντλημένοι αλλά ενθουσιασμένοι από την πόλη αυτή.

Οι φράουλες της οργής



Όταν αρθρογραφούσα πριν από μερικά χρόνια σε μία ευρωπαϊκή πλατφόρμα, είχα αναφερθεί σε μία από τις πιο ντροπιαστικές στιγμές της χώρας μας (όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να βρει τα άρθρα εδώ κι εδώ). Τα γεγονότα στη Μανωλάδα προκάλεσαν την οργή ενός εκ των αρχισυντακτών του site, ο οποίος με κάλεσε την επομένη της ανάρτησης για να μου εκφράσει τη φρίκη που του προκαλεί η σκέψη πως τέτοια έκτροπα συμβαίνουν σε ευρωπαϊκό έδαφος. Έκτοτε ακολούθησαν χειρότερες στιγμές σε Λαμπεντούζα, Αιγαίο, Καλαί κι αλλού.
Έπρεπε να περάσουν τέσσερα ακριβώς χρόνια για να ρθει η δικαίωση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο καταδίκασε την Ελλάδα για την εμπορία και την εκμετάλλευση ανθρώπων στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδα. Η απόφαση αυτή υπήρξε ορόσημο του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου, μιας κι αναφερόταν σε μία υπόθεση που δυστυχώς συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Λίγους μήνες αργότερα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με υπογραφή του υπουργού και της γενικής γραμματέως ανθρωπίνων δικαιωμάτων (η οποία υποστηρίζει πως έχει άγνοια με την απόφαση-ντροπή), έκανε αίτηση για την επανεξέταση της καταδίκης της Ελλάδος από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε αμέσως αντιδράσεις από τον κόσμο, με τη κυβέρνηση να προσπαθεί μάταια να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Μου φαίνεται όμως ανόητο να ακούγεται η κατηγορία πως το Νομικό Συμβούλιο του κράτους έδρασε μόνο του. Αντιθέτως αυτό που μου γίνεται πλέον όλο και πιο εμφανές είναι πως κι η τωρινή κυβέρνηση είναι υποταγμένη στα συμφέροντα των λίγων, οι οποίοι έχουν μάθει όλα αυτά τα χρόνια να δρουν ανενόχλητα κι ανεξέλεγκτα.
Η μαφιόζικη συμπεριφορά ενάντια των αλλοδαπών αγροτών της Μανωλάδας είναι ένα θέμα σύνθετο κι ευαίσθητο. Δεν ήταν μόνο μία ρατσιστική επίθεση αλλά και μία μεσαιωνική επιβολή πάνω στον κάθε εργάτη, αγρότη κι εργαζόμενο. Εξάλλου όλοι γνωρίζουμε πως η εργασιακή εκμετάλλευση δεν κοιτάει φυλή, θρησκεία και χρώμα δέρματος. Κοιτάει κυρίως τη τσέπη του κάθε αφεντικού.
Κι αν αυτό που λέω δεν σας πείθει, θα ολοκληρώσω το σκεπτικό μου με την παρακάτω αντιστοίχηση. Τότε ήταν δεκάδες αγρότες απλήρωτοι που βρέθηκαν εκτεθειμένοι στις κάννες κάποιων μπράβων που έδρασαν με εντολή των αφεντικών τους. Σήμερα ήταν μία 42χρονη γυναίκα η οποία αυτοκτόνησε επειδή ήταν δεκαπέντε μήνες απλήρωτη…

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Ωδή στην πλανητική μελαγχολία



του Παντελή Μπουκάλα

Ο Χανς Χόακιμ Σνελνχούμπερ λ.χ., διευθυντής του Ινστιτούτου για την Κλιματική Ερευνα του Πότσνταμ, δήλωσε: «Τα μαθηματικά είναι κυνικά και σαφή: ενώ ο κόσμος δεν μπορεί να θεραπευτεί μέσα στα επόμενα χρόνια, μπορεί τελικά να τραυματιστεί θανάσιμα από αμέλεια πριν από το 2020».
Λίγες ημέρες πριν από τη σύνοδο του G20 στο Αμβούργο, κορυφαίοι επιστήμονες, ειδικοί της κλιματικής αλλαγής και με ενεργό συμμετοχή στις σχετικές επιτροπές του ΟΗΕ, συνυπέγραψαν επιστολή αγωνίας και τη δημοσίευσαν στο περιοδικό «Nature». Είχαν προφανώς την προσδοκία ότι ο μαθηματικά αυστηρός λόγος τους θα επηρέαζε έστω και λίγο τις απόψεις των ηγετών του κόσμου, κυρίως δε του αρχηγέτη: του προέδρου των ΗΠΑ. Ο χρόνος εξαντλείται, αυτό ήταν το κατεπείγον μήνυμά τους. Για να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας του διαβήματός τους, ορισμένοι υιοθέτησαν στις δηλώσεις τους δραματικότερο τόνο. Ο Χανς Χόακιμ Σνελνχούμπερ λ.χ., διευθυντής του Ινστιτούτου για την Κλιματική Ερευνα του Πότσνταμ, δήλωσε: «Τα μαθηματικά είναι κυνικά και σαφή: ενώ ο κόσμος δεν μπορεί να θεραπευτεί μέσα στα επόμενα χρόνια, μπορεί τελικά να τραυματιστεί θανάσιμα από αμέλεια πριν από το 2020».
Η έκκληση των επιστημόνων εισακούστηκε περίπου όσο και η έκκληση του Πάπα, που απηύθυνε στους G20 «ένα μήνυμα από τα βάθη της καρδιάς του για την τραγική κατάσταση στο Νότιο Σουδάν, στη λεκάνη της λίμνης του Τσαντ, στη Σομαλία και στην Υεμένη, όπου συνολικά 30.000.000 άνθρωποι δεν έχουν την απαιτούμενη τροφή, ούτε νερό για να επιβιώσουν». Λογικό. Οι είκοσι ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη δεν οφείλουν την ακμή τους ούτε στον ουμανισμό τους ούτε στην οικολογική τους υπευθυνότητα. Ετσι, το καθόλου παρήγορο κοινό ανακοινωθέν επιβεβαίωσε «τη δέσμευση όλων των χωρών-μελών της ομάδας G20, πλην των ΗΠΑ, ότι η Συμφωνία του Παρισιού είναι μη αναστρέψιμη, ενώ τα μέλη –πλην των ΗΠΑ– συμφωνούν για την ταχεία εφαρμογή της». Πλην Ηνωμένων Πολιτειών, δηλαδή ενός από τους κυριότερους συμπαραγωγούς του φαινομένου του θερμοκηπίου. Αλλά, πιθανόν, και πλην Τουρκίας, μια και ο Ταγίπ Ερντογάν συνυπέγραψε μεν, μετά το τέλος όμως της συνόδου ανακοίνωσε τις προθέσεις του να ξαναμετρήσει το βάρος της υπογραφής του με τη ζυγαριά της εθνικής (τουτέστιν ατομικής) συμφεροντολογίας. Δεν θα ’ναι αυτή η πρώτη φορά.
Οσο για τις ΗΠΑ, που δεσμεύτηκαν μεγαλόθυμα «να βοηθήσουν άλλες χώρες στην πιο καθαρή αξιοποίηση ορυκτών καυσίμων» (όταν το πρόβλημα είναι τα ορυκτά καύσιμα), εύκολα ξεπέρασαν το φράγμα που υποτίθεται ότι θα όρθωναν οι άλλοι απέναντί τους. Τίποτε πιο χαρακτηριστικό από την επιλογή τού αυτοκρατορικά σνομπ Ντόναλντ Τραμπ να στείλει την κόρη του, αντ’ αυτού, στις εργασίες της δεύτερης μέρας. Και τίποτε πιο αταίριαστο από την «Ωδή στη χαρά» που άκουσαν στο τέλος οι G20. Τέτοιος σαρκασμός;

Πηγή: Καθημερινή

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Η Τουρκία μετά τη «μεγάλη πορεία» της αντιπολίτευσης



του Κώστα Ράπτη

Από πολλές απόψεις ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης της Τουρκίας Kemal Kılıçdaroğlu φάνταζε ως το λιγότερο πιθανό πρόσωπο να ηγηθεί ενός μεγάλου κινήματος διαμαρτυρίας ενάντια στον πρόεδρο Tayyip Erdoğan, τη στιγμή που ο τελευταίος δείχνει να βρίσκεται στον κολοφώνα της ισχύος του - ένα χρόνο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα και τρεις μήνες μετά το δημοψήφισμα που επικύρωσε τη μετάβαση σε προεδρικό πολίτευμα.
Ο 68χρονος πρώην δημόσιος υπάλληλος που ηγείται τα τελευταία χρόνια του κεμαλικού κεντροαριστερού Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CHP) ηγούνταν, με πολλές εσωτερικές αμφισβητήσεις, ενός "πολιτικού γκέτο”, με αμετάβλητη ανά τις συγκυρίες εκλογική δύναμη και με αδυναμία διαμόρφωσης ενός αντίπαλου δέους στον Erdoğan. Όμως, η επιτυχία της μεγάλης "πορείας για τη δικαιοσύνη” που διοργάνωσε ο Kılıçdaroğlu, με αποκορύφωμα την τεράστια συγκέντρωση στο σημείο κατάληξής της στην Κωνσταντινούπολη την Κυριακή, αποδεικνύει ότι κάποτε οι καταλυτικές πρωτοβουλίες έρχονται από εκεί που δεν το περιμένει κανείς.
Η ειρωνεία της τύχης συνίσταται στο ότι ο Kılıçdaroğlu είχε υπερψηφίσει και το μέτρο που αποτέλεσε την θρυαλλίδα για τις φετινές κινητοποιήσεις. Όταν την άνοιξη του 2016 το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) τροποποίησε τη νομοθεσία περί βουλευτικής ασυλίας, με άμεσο στόχο τη δίωξη των βουλευτών του φιλοκουρδικoύ Κόμματος της Δημοκρατίας των Λαών (HDP), το CHP είχε συναινέσει. Όταν, όμως, στις 14 Ιουνίου φέτος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 25 ετών ο βουλευτής του CHP και υπεύθυνος για τα ζητήματα Τύπου και επικοινωνίας Enis Berberoğlu, με την κατηγορία ότι ευθύνεται για τη διαρροή διαβόητου βίντεο που απεικονίζει φορτηγά της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (MΙΤ) να μεταφέρουν όπλα στους αντάρτες της Συρίας, ο Kılıçdaroğlu θεώρησε ότι ο κόμπος έφτασε στο χτένι.
Η "πορεία της δικαιοσύνης” δεν ήταν μικρό εγχείρημα: 432 χιλιόμετρα πεζοπορία, από το κέντρο της Άγκυρας μέχρι τις φυλακές Maltepe της Κωνσταντινούπολης, όπου κρατείται ο Berberoğlu, και μάλιστα μέσα στην καλοκαιρινή ζέστη, με τις πρώτες δέκα μέρες να συμπίπτουν με την νηστεία του Ραμαζανιού. Και όμως αυτή η πορεία κατάφερε να πετύχει: χωρίς κομματικά συνθήματα και σύμβολα πέραν της λέξης Adalet (δικαιοσύνη).
Η πορεία συγκέντρωσε ένα ετερόκλητο πλήθος που εκφράζει όλο το φάσμα της δυσαρέσκειας για το κύμα αυταρχισμού την επαύριον του πραξικοπήματος: από ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, μέχρι πανεπιστημιακούς που έχασαν τη δουλειά τους στις αλλεπάλληλες "εκκαθαρίσεις” στα τουρκικά πανεπιστήμια, γιατρούς που απολύθηκαν, γονείς που οι οπλίτες γιοί τους κρατούνται χωρίς απαγγελία κατηγορίας, δημοσιογράφοι (που έχουν δει τη χώρα να αναδεικνύεται σε διεθνή πρωταθλητή των διώξεων του Τύπου), άνθρωποι των τεχνών και του θεάματος. Στήριξη έδωσε και το HDP, ενώ από τη μεριά του το CHP εξέφρασε αλληλεγγύη και για τους κρατούμενους βουλευτές (συμπεριλαμβανομένων των δύο συναρχηγών) του φιλοκουρδικού κόμματος.
Για τον Kılıçdaroğlu η πορεία και η καταληκτική συγκέντρωση σηματοδοτεί μια "νέα αρχή” για την Τουρκία και όχι απλώς το τέλος της διαμαρτυρίας.
Πρόκειται πράγματι για μία τομή. Η "πορεία για τη δικαιοσύνη” υπενθύμισε ότι πολύ μεγάλα τμήματα της τουρκικής κοινωνίας δεν είναι καθόλου συμφιλιωμένα με την αυταρχική και βοναπαρτιστική στροφή του Tayyip Erdoğan – πόσω μάλλον που έχει γίνει εμφανές σε όλους ότι οι κρατικές εκκαθαρίσεις δεν αφορούν τους υποτιθέμενους γκιουλενικούς συνωμότες αλλά ένα ευρύτερο φάσμα αντιρρησιών (κεμαλιστών, αριστερών, φιλελεύθερων, Αλεβιτών, Κούρδων). Αυτό έχει αποτυπωθεί σε διάφορες στιγμές τα τελευταία χρόνια, από τις μεγάλες κινητοποιήσεις του 2013 για το Πάρκο Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι τη δυναμική του "Όχι” στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου, όπου τα μεγάλα αστικά κέντρα δεν ακολούθησαν τις προσδοκίες του Τούρκου προέδρου.
Όμως για πρώτη φορά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα η αγανάκτηση δείχνει να βρίσκει έναν τρόπο να βγει στο δρόμο, διαρρηγνύοντας την εικόνα εθνικής συναίνεσης που είχε διαμορφωθεί μετά τις 15 Ιουλίου 2016. Πλέον η αντιπολίτευση σε όλες τις παραλλαγές της μπορεί να έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην πολιτική δράση, ενώ δημιουργείται ένα πρότυπο συλλογικής δράσης που να κινητοποιεί ευρύτερες κατηγορίες πολιτών. Άλλωστε, όπως έγραψε και ο ίδιος ο Kılıçdaroğlu, "η ελπίδα μπορεί να είναι μεταδοτική”.
Ο Erdoğan από την πλευρά του προσπάθησε να ταυτίσει τους διαδηλωτές με το πραξικόπημα, λέγοντας ότι "άλλοι είχαν τα F-16 και τα τανκς και αυτοί [οι διαδηλωτές] βαδίζουν για τους ίδιους σκοπούς”. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι ότι αυτά για τα οποία θέλει να επαίρεται ο ίδιος, δηλαδή η αγωνιστικότητα, η αντίσταση του λαού, η υπεράσπιση των θεσμών, αυτή τη φορά κυρίως εκφράστηκαν από την "πορεία της δικαιοσύνης” και ένα τεράστιο συλλαλητήριο εναντίον του. Οι φιλοκυβερνητικές φιέστες που προετοιμάζονται για την πρώτη επέτειο του αποτυχημένου πραξικοπήματος έχουν ήδη χάσει κάτι από την επικοινωνιακή ισχύ τους.
Οι συνολικοί συσχετισμοί εξακολουθούν να ευνοούν τον Erdoğan, αλλά απέχουν από την απόλυτη κυριαρχία που αυτός θα επιθυμούσε, μετά και την υπερψήφιση της συνταγματικής αναθεώρησης. Δύο χρόνια πριν από τις εκλογές του 2019, ο Τούρκος πρόεδρος αντιμετωπίζει πλέον και μια ισχυρή αντιπολιτευτική δυναμική που θα αφήνει αποτύπωμα στις πολιτικές εξελίξεις. Και όπως παρατήρησε ο αρθρογράφος Murat Yetkin, ο Kemal Kılıçdaroğlu κατάφερε από πρόεδρος του CHP να γίνει ο ηγέτης του, διεκδικώντας με αξιώσεις και τον ρόλο του προσώπου αναφοράς όλης της αντιπολίτευσης.

Πηγή: capital.gr

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Η Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου


Βράδυ Παρασκευής βρεθήκαμε στην ταράτσα του κινηματογράφου Ελαΐς για να απολαύσουμε ένα ισπανικό θρίλερ. Η Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου, έκανε την εμφάνισή της τελείως διακριτικά κι αθόρυβα, κάτι που μου θύμισε παλιότερες περιπτώσεις όπως το Μικρό Νησί. Μάλιστα μου φάνηκε ως η πιο ενδιαφέρουσα ταινία των τελευταίων εβδομάδων. Δίνοντας βαρύτητα και στις απόψεις άλλων κινηματογραφόφιλων, αποφάσισα να τη δω. 
Η ιστορία μας πηγαίνει σε μία άγνωστη ισπανική επαρχιακή πόλη, όπου ένας μοναχικός τύπος συχνάζει σε καφετέρια μιας κακόφημης γειτονιάς. Η αινιγματική του συμπεριφορά μαγνητίζει την προσοχή της Άννας με την οποία συνάπτει σχέση. Λίγο καιρό αργότερα αποφυλακίζεται ο άνδρας της ο Κούρο. Η εξέλιξη αυτή όχι μόνο δε δυσανασχετεί τον πρωταγωνιστή, αλλά τον δείχνει πως ανυπομονούσε γι' αυτό. Η Άννα γι' αυτόν ήταν απλά ο συνδετικός κρίκος για να τον φέρει κοντά στον άνδρα της. Σκοπός του είναι να διαλευκάνει μία δολοφονική ληστεία που διαπράχθηκε οκτώ χρόνια πριν σε ένα κοσμηματοπωλείο. 
Τα πρώτα λεπτά της ταινίας είναι άκρως εντυπωσιακά. Η κάμερα βρίσκεται στις πίσω θέσεις ενός αυτοκινήτου. Ο οδηγός περιμένει τους συνεργούς του για να το σκάσουν. Στο βάθος ακούγονται θόρυβοι, συναγερμοί και φωνές. Προσπαθείς να καταλάβεις τι συμβαίνει κι αυτό προκαλεί άγχος. Όλα πάνε στραβά. Οι συνεργοί τρέχουν προς διάφορες κατευθύνσεις για να αποφύγουν τα περιπολικά κι ο οδηγός βάζει μπρος το αμάξι κι αναχωρεί. Αμέσως η καρδιά αρχίζει να χτυπά γρήγορα. Οι απότομες στροφές, οι ελιγμοί κι οι σειρήνες των περιπολικών σε βυθίζουν στη καρέκλα. Η τελική σκηνή απλά σε τινάζει πάνω κι αναρωτιέσαι ευχάριστα για το πόσο καλή μπορεί να είναι τελικά αυτή η ταινία, αν πράγματι σε ξεσηκώνει τόσο από τα πρώτα της λεπτά.  
Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, οι ρυθμοί πέφτουν απότομα. Στα πλάνα αρχίζει να πρωταγωνιστεί ο λιγομίλητος Χοσέ. Μέχρι να αποφυλακιστεί ο Κούρο, η ταινία κυλάει αργά, σαν να θέλει να μας δώσει χρόνο να ηρεμήσουμε μετά την ένταση των πρώτων καταιγιστικών λεπτών. Η συνέχεια όμως αναμένεται το ίδιο αγχωτική. Η ένταση είναι κλιμακούμενη και η αγωνία μεγαλώνει όσο το παζλ του εγκλήματος συμπληρώνεται. 
Οι διάλογοι είναι λίγοι κι ανώφελοι σε αρκετές στιγμές. Εξάλλου δε χρειάζονται μιας κι ο πραγματικός τίτλος της ταινίας, "Πολύ Αργά για Οργή" (σύμφωνα με τον ισπανικό τίτλο) δηλώνει πως τα λόγια πλέον είναι περιττά. Ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται στα βλέμματα. Κι εκεί κερδίζει πανηγυρικά το στοίχημα. Τόσο ο Antonio de la Torre (Χοσέ) όσο κι ο Luis Callejo (Κούρο), δίνουν ένα ρεσιτάλ ερμηνείας. 
Επίσης η ταινία κερδίζει τις εντυπώσεις και στις σκηνές βίας. Ωμές, ρεαλιστικές χωρίς φανφάρες και φασαρίες. Αυτό είναι που τις κάνει αρκετά ανατριχιαστικές. Ο δημιουργός αποφεύγει να δείξει λουτρά αίματος και σφαγές, αφήνοντας τον θεατή να φανταστεί το κάθε σκηνικό. 
Όμως βρήκα το φινάλε της ιστορίας απότομο και πρόχειρο. Ότι έχτιζε υπομονετικά και δεξιοτεχνικά ο σκηνοθέτης, το γκρεμίζει μέσα σε λίγα λεπτά. Η ένταση ξεφουσκώνει απότομα κι οι τίτλοι τέλους μας ώθησαν προς την έξοδο με ένα αίσθημα μη ικανοποιητικό. Σ' αυτό το κομμάτι, η ταινία έχασε αρκετά.
Παρ' όλα αυτά, η "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" είναι μία σχετικά καλή κινηματογραφική road-movie για θερινή προβολή. 

Βαθμολογία: 6/10

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Μελαγχολική Αριστερά



του Θανάσης Γιαλκέτσης

«Η μελαγχολία, σαν σκιά, ακολουθεί τα βήματα της επανάστασης: ανεπαίσθητη τη στιγμή της ακμής της, μεγαλώνει κατά την υποχώρησή της και την τυλίγει μετά την ήττα της», γράφει ο Ιταλός ιστορικός Εντσο Τραβέρσο στο βιβλίο του «Αριστερή μελαγχολία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017). Η ήττα και η αποτυχία των επαναστάσεων γεννούσαν πάντα μια βαθιά μελαγχολία στους ηττημένους. Στο παρελθόν, ωστόσο, το πένθος δεν κατέπνιγε την ελπίδα. Οι ήττες των επαναστάσεων του 1848, της Παρισινής Κομμούνας, των σπαρτακιστών, θεωρούνταν μόνο χαμένες μάχες που αναγγέλλανε τη μελλοντική νίκη. Οι νικημένοι δεν έπεφταν στην απόγνωση. Το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το μέρος τους δεν τους εγκατέλειπε. Ριζικά διαφορετική είναι όμως η αριστερή μελαγχολία μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού το 1989, που άφησε πίσω της μόνον ερείπια και συντρίμμια. Αυτή η αποτυχία συνοδεύτηκε από την έκλειψη των ουτοπιών και γέννησε μια παραλυτική και κομφορμιστική μελαγχολία, που οδήγησε πολλούς στην παραίτηση και τη συνθηκολόγηση. Ο Τραβέρσο αντιπροτείνει μιαν αριστερή μελαγχολία που απαρνιέται πεισματικά τον συμβιβασμό με τον εμπορευματικό καπιταλισμό και λειτουργεί ως μορφή ηθικοπολιτικής αντίστασης, ως ερέθισμα για κριτικό αναστοχασμό, βοηθώντας έτσι το υποκείμενο να ξαναγίνει ενεργό. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Εντσο Τραβέρσο στη γαλλική εφημερίδα Libération.

• Υπάρχει ακόμα κάτι που μπορούμε να προσδοκούμε από την Αριστερά;

Στην Ευρώπη, όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Αριστερά είναι αντιμέτωπη με μιαν ιστορική αλλαγή. Ενας κύκλος που άρχισε με τη ρωσική επανάσταση ολοκληρώθηκε το 1989 και οι επιπτώσεις αυτής της εξάντλησης εμφανίζονται σήμερα. Η Αριστερά αντιμετωπίζει έναν κόσμο εντελώς νέο με τα εργαλεία που κληρονόμησε από τον εικοστό αιώνα. Το μοντέλο της ρωσικής επανάστασης, που κυριάρχησε στον προηγούμενο αιώνα, δεν λειτουργεί πλέον. Οσο για τη σοσιαλδημοκρατία, αυτή δεν κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να διαχειρίζεται την κοινωνική οπισθοδρόμηση. Η κατάρρευση του κομμουνισμού παρέλυσε τη διαδικασία μετάδοσης της μνήμης της Αριστεράς και η κουλτούρα της μπήκε σε κρίση. Τα νέα κινήματα, όπως οι Ποδέμος, ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Αγανακτισμένοι, το Occupy Wall Street ή το Nuit debout, όχι μόνον αναδύθηκαν σε έναν κόσμο χωρίς «ορίζοντα προσδοκίας», για να επαναλάβουμε την έκφραση του ιστορικού Ράινχαρτ Κοζέλεκ, και επομένως δεν μπορούν να προτείνουν μιαν εικόνα του μέλλοντος για το οποίο αγωνίζονται, αλλά είναι επιπλέον και ορφανά: δεν μπορούν να εγγραφούν σε μιαν ιστορική συνέχεια. 

• Το 1989 δεν σάρωσε μόνον τη μνήμη της ρωσικής επανάστασης αλλά και εκείνη άλλων πιθανών μοντέλων: της Κομμούνας, του ισπανικού πολέμου…

Για ένα μικρό διάστημα, το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού γέννησε την αυταπάτη μιας απελευθέρωσης για την Αριστερά. Πίστεψαν για λίγο ότι, αφού είχε πέσει ένα εμπόδιο, ένας διαφορετικός σοσιαλισμός θα ήταν εφικτός. Στην πραγματικότητα, το ναυάγιο του σοβιετικού κομμουνισμού καταβύθισε μαζί του ολόκληρη σειρά άλλων αιρετικών ρευμάτων, αντισταλινικών, ελευθεριακών κ.λπ. Η ιστορία του κομμουνισμού κατέληξε να ταυτίζεται με την ολοκληρωτική του διάσταση.

• Η κουλτούρα της Αριστεράς άδειασε, γράφετε…

Η Αριστερά δεν μπόρεσε τότε να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό της. Αρχίζουν βέβαια να ρίχνουν ένα νέο βλέμμα σε ορισμένα στοιχεία του παρελθόντος. Αναφέρατε την Κομμούνα του Παρισιού. Η Κομμούνα είναι μια ιστορία αυτοκυβέρνησης που φαίνεται τελικά να συγγενεύει με τα σημερινά αριστερά κινήματα. Οι κομμουνάροι δεν ήταν βιομηχανικοί εργάτες, αλλά προσωρινά απασχολούμενοι εργαζόμενοι, τεχνίτες, κατώτεροι υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων πολλοί καλλιτέχνες και μποέμ διανοούμενοι. Ενα ετερογενές κοινωνιολογικό προφίλ που προσεγγίζει την κοινωνική κονιορτοποίηση των νέων που κινητοποιούνται σήμερα. 

• Η Κομμούνα είναι όμως άλλη μια ήττα. Θα μπορέσει ποτέ η Αριστερά να εμπνευστεί από κάτι άλλο εκτός από τις αποτυχίες της;

Μα η Αριστερά είναι μια ιστορία ηττών. Ακόμα και όταν οι επαναστάτες κατόρθωναν να ανατρέψουν την εξουσία, τα πράγματα πολύ γρήγορα έπαιρναν πάντα άσχημη τροπή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μελαγχολία είναι μια θεμελιώδης διάσταση της κουλτούρας της Αριστεράς. Αυτή, επί πολύ καιρό, απωθήθηκε από μια διαλεκτική θεώρηση της ιστορίας: οι ήττες, όσο οδυνηρές και αν ήσαν, δεν αμφισβητούσαν ποτέ την ιδέα ότι ο σοσιαλισμός ήταν ο αναπόφευκτος ορίζοντας. Η ιστορία μάς ανήκε. Αυτό επέτρεπε να ξεπερνάμε τις ήττες. Αυτές οι λύσεις έχουν σήμερα εξαντληθεί και η μελαγχολία της Αριστεράς αποκαλύπτεται στο φως της ημέρας. Είναι αυτή η κρυφή παράδοση που βρίσκαμε ήδη στις αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ μετά την αιματηρή καταστολή της Κομμούνας, στα κείμενα της Ρόζας Λούξεμπουργκ τις παραμονές της δολοφονίας της, ή στον πίνακα «Μια κηδεία στο Ορνάν» του Γκιστάβ Κουρμπέ, που είναι μια εξαιρετική αλληγορία της κηδείας της επανάστασης του 1848. Είναι μια μελαγχολία παρηγορητική, αδιαχώριστη από την ελπίδα, που μπορούσε ακόμα και να ενισχύει τις πεποιθήσεις τους. 

• Πώς μπορεί αυτή η μελαγχολία να εμπνέει και να μην είναι μόνον πηγή καρτερίας;

Υπάρχει μια φροϊδική αντίληψη της μελαγχολίας που τείνουν να την ερμηνεύουν απλουστευτικά. Υποτίθεται ότι η μελαγχολία θα ήταν ένα παθολογικό πένθος, η ανικανότητα να αποχωριστούμε το αγαπημένο και χαμένο αντικείμενο, ένα εμπόδιο στο να προχωρήσουμε μπροστά. Θεωρώ, αντίθετα, ότι η μελαγχολία μπορεί να είναι μια μορφή αντίστασης, που τρέφεται από μιαν αναστοχαστική ευαισθησία. Σύμφωνα με τον Κοζέλεκ, η ιστορία που γράφεται από τους ηττημένους είναι μια κριτική ιστορία, σε αντίθεση με την απολογητική ιστορία που γράφουν οι νικητές. Η μελαγχολία είναι μια δύναμη που μας βοηθάει για να μπορούμε να γνωρίζουμε και να παρεμβαίνουμε στο παρόν. Στην Αριστερά, η τάση είναι κάθε τόσο να λέμε: «Ολα πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή». Αυτή η απουσία μνήμης μάς κάνει ευάλωτους. Ενα πράγμα είναι να επινοούν τον σοσιαλισμό στον 19ο αιώνα· και εντελώς άλλο πράγμα είναι να επινοούν ξανά, από την αρχή, τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, λες και δεν έγινε τίποτα στο μεσοδιάστημα. 

• Και τα νέα αριστερά κινήματα δεν κατορθώνουν να συγκλίνουν…

Στο παρελθόν, η συνένωση γινόταν από τους πολιτικούς μηχανισμούς. Το 1968, η σύγκλιση είναι αντικειμενική ανάμεσα στα οδοφράγματα του Παρισιού, την Ανοιξη της Πράγας και την επίθεση του Τετ στο Βιετνάμ, χωρίς οι πρωταγωνιστές αυτών των κινημάτων να έχουν κάποια εμπειρία διαλόγου μεταξύ τους. Σήμερα, οι ακτιβιστές του Καΐρου, της Κωνσταντινούπολης και της Νέας Υόρκης μπορούν να ανταλλάσσουν απόψεις - και το κάνουν εξάλλου αυθόρμητα. Υπάρχει όμως μια τέτοια διαφορά κουλτούρας… Στη δεκαετία του 1960, μια κοινή κριτική σκέψη έτρεφε τους κοινωνικούς αγώνες. Αυτό που έγραφε ο Σαρτρ διαβαζόταν στην Ασία ή την Αφρική. Σήμερα, τα ονόματα μεγάλων κριτικών μορφών της μετα-αποικιοκρατίας, για παράδειγμα, δεν λένε τίποτα στους πρωταγωνιστές των Αραβικών Ανοίξεων. Η νέα επινόηση του παγκόσμιου ιστού μιας εναλλακτικής κουλτούρας δεν είναι μια απλή υπόθεση. […]

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Διασώζοντας την συλλογική μνήμη των καταπιεσμένων



του Ηλία Ιωακείμογλου

Ένας καθαρόαιμος νεοφιλελεύθερος είναι μια τόσο ανώτερη διάνοια που νομίζει ότι η κοινωνία δεν υπάρχει επειδή εκείνος δεν μπορεί να της τηλεφωνήσει. Αφού δεν μπορεί να την δει με τα ίδια του τα μάτια, αφού αυτή δεν εμπίπτει στις αισθήσεις του, φτάνει μοιραία στο συμπέρασμα ότι η κοινωνία είναι μια φαντασίωση των άλλων. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, με την σαφήνεια, την αμεσότητα και την ακλόνητη βεβαιότητα που διέκρινε την αβαθή διάνοιά της, το έθεσε ορθά-κοφτά: «η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο τα άτομα (και οι οικογένειές τους)».
Εάν όμως η κοινωνία δεν υπάρχει, τότε δεν υπάρχει και η ιστορία της, δεν υπάρχει Ιστορία καθόλου δηλαδή. Εκτός εάν με τον όρο αυτόν εννοεί κάποιος το κομπολόι που φτιάχνει η διαδοχή των γεγονότων στο πέρασμα του χρόνου, ένα χρονολόγιο ας πούμε, όπου τα γεγονότα ελάχιστη έχουν εσωτερική αλληλουχία και όπου η λογική συνοχή της γραμμικής διάταξής τους στον χρόνο διασφαλίζεται από τη δράση των ατόμων, των προσώπων, που αυτά είναι προικισμένα με ελεύθερη βούληση, ανάγκες και ορθολογισμό και επιδιώκουν την μεγιστοποίηση του οφέλους τους.
Αυτή η πρωτόγονη ιδέα του νεοφιλελευθερισμού, πως η κοινωνία δεν υπάρχει και υπάρχουν μόνο το άτομα, είχε θριαμβεύσει το 1994 στη Βρετανία μετά από μια διαδρομή δεκαπέντε ετών έντονων κοινωνικών αγώνων. Ήταν η χρονιά που ο Eric Hobsbawm έγραφε τις πικρές διαπιστώσεις του στην Εποχή των Άκρων:
«Η καταστροφή του παρελθόντος, ή μάλλον των κοινωνικών μηχανισμών που συνδέουν τη σύγχρονη εμπειρία μας με την εμπειρία των προηγούμενων γενεών, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και αλλόκοτα φαινόμενα του τέλους του 20ού αιώνα. Οι περισσότεροι νέοι και νέες, σήμερα μεγαλώνουν μέσα σε μια αίσθηση διαρκούς παρόντος, χωρίς καμιά οργανική σχέση με το δημόσιο παρελθόν της εποχής που ζουν».
Αυτή η δηλητηριώδης διαπίστωση, πιθανότατα ήταν ορθή για την Βρετανία του 1994, αλλά για ιστορικούς λόγους ίσχυε λιγότερο για άλλες χώρες, ιδιαίτερα δε για την Ελλάδα, όπου ο νεοφιλελευθερισμός εξαπλωνόταν με βραδείς ρυθμούς στην κοινωνία και με πολλούς συμβιβασμούς στους κόλπους της πολιτικής Δεξιάς. Αυτό όμως που δεν ίσχυε τότε, ισχύει σήμερα, ιδιαίτερα μετά από την ιστορική προδοσία του Αλέξη Τσίπρα και των μεταλλαγμένων συντρόφων του, οι οποίοι κατόρθωσαν να διαλύσουν το ιστορικό μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων των υποτελών κοινωνικών τάξεων που σάλταρε απρόσκλητο στην πολιτική σκηνή τον Ιούλιο του 2015 αφού είχε διαμορφωθεί χάρη στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες μιας ολόκληρης πενταετίας. Τώρα, στην ίδια την Ελλάδα, πολλά παιδιά, όλο και περισσότερα, μεγαλώνουν μέσα στην αίσθηση του διαρκούς παρόντος που δεν σχετίζεται με το δημόσιο παρελθόν μας, δηλαδή την κοινωνική και πολιτική ιστορία μας, ούτε καν με το δημόσιο παρόν μας —και εκτός από τα παιδιά, υπάρχουν όλο και περισσότεροι ενήλικες που παραδίδονται πλέον στο κενό της κοινωνικής, πολιτικής και ψυχικής εξορίας της ιδιώτευσης.
Η αποσύνδεση με το δημόσιο παρελθόν είναι μια διαδικασία που επιταχύνεται τώρα δραματικά στην Ελλάδα και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και πιο επικίνδυνα στοιχεία της πολιτικής συγκυρίας διότι αποδιαρθρώνει την συλλογική μνήμη των καταπιεσμένων κοινωνικών τάξεων, και την μνήμη ως συνδετικό υλικό, όχι μόνο των συλλογικών μας υποκειμένων, των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεών μας, αλλά και της ίδιας της ατομικότητάς μας, του ίδιου του εαυτού μας ως υποκείμενο.
Με αυτά τα δεδομένα, απέναντι στις δυνάμεις του σκοτεινού καπιταλισμού της εποχής μας που δοκιμάζουν να κλείσουν μέσα σε μια ιστορική παρένθεση λήθης τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχισμό και κάθε είδους απόπειρα στοίχισης των υποτελών κοινωνικών τάξεων σε εγχειρήματα κοινωνικής απελευθέρωσης και χειραφέτησης, κάθε επιχείρηση επανασύνδεσης με το δημόσιο παρελθόν της εποχής μας, όπως αυτό σώζεται στη συλλογική μνήμη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, αποκτάει νέο νόημα, πολλαπλάσια πολιτικό από όσο προηγουμένως.
Θα έπρεπε για μια τέτοια επιχείρηση να υπάρξουν νέες συλλογικές πρωτοβουλίες, όχι μόνο μία αλλά πολλές, απλωμένες σε ολόκληρη τη χώρα, που να αποσκοπούν στη διατήρηση της ιστορικής μας μνήμης, στη διάσωση των υλικών που βρίσκονται διάσπαρτα μέσα στην κοινωνία και δεν έχουν καταγραφεί ή έχουν καταγραφεί και τα καλύπτει τώρα η σκόνη του χρόνου. Όχι με κίνητρο μια κάποια νοσταλγία των ηττημένων ή των ηλικιωμένων, αλλά ως πολιτικό εγχείρημα με απτά πολιτικά αποτελέσματα.
Μια τέτοια επιχείρηση θα αφορούσε, προφανώς, εκτός από την καταγεγραμμένη μνήμη, και την ζώσα μνήμη των «από κάτω», που αν δεν καταγραφεί έγκαιρα, στο χαρτί, στο βίντεο, στα ηχητικά μέσα, αν δεν διαχυθεί στην κοινωνία, θα χαθεί. Κάθε στοιχείο μνήμης που συλλέγεται θα μπορούσε να δημοσιεύεται σε μια ανοιχτή, δημόσια, βάση δεδομένων, να φυλάσσεται σε δημόσιες βιβλιοθήκες, σε κοινωνικά κέντρα, να διαχέεται και να αποτελεί πρώτη ύλη για την ιστορική ανάλυση, την συλλογική ανάγνωση, τη δημόσια παρουσίαση. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα αποτελούσε μεγάλης κλίμακας προσπάθεια διάσωσης της καταγεγραμμένης και της ζώσας ιστορικής μνήμης των υποτελών κοινωνικών τάξεων και των πολιτικών τους οργανώσεων, πριν να είναι πολύ αργά, καθώς σταδιακά χάνονται όσες γενιές έζησαν τις πιο ταραγμένες ιστορικές περιόδους της χώρας, καθώς χάνονται ακόμη και τα παλιά βιβλία μας.
Στη σημερινή συγκυρία, κατά την οποία έχει μεγιστοποιηθεί ο κίνδυνος να κλείσει πίσω μας ο κύκλος των κοινωνικών εξεγέρσεων και των επαναστάσεων που θέλησαν να αλλάξουν τον καπιταλιστικό κόσμο, η διάσωση της μνήμης όσων έζησαν τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα ή και λίγο παραπάνω, δεν είναι μια συναισθηματική υπόθεση αλλά προϋπόθεση για τη διάσωση της ίδιας της ύπαρξης των οργανωμένων και ανοργάνωτων εγχειρημάτων κοινωνικής απελευθέρωσης και χειραφέτησης στην Ελλάδα.

Πηγή: rednotebook.gr

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Στα χωριά της Σικελίας




Όταν ακούμε για τη Σικελία, έρχονται αμέσως στο νου μας εικόνες από τα γραφικά σοκάκια της Ταορμίνα, την επιβλητική όψη της Αίτνα που είναι το μεγαλύτερο ηφαίστειο της Ευρώπης, τα βυζαντινά ψηφιδωτά του Παλέρμο, τις σκούρες όψεις των κτιρίων της Κατάνια κι τη μαφία. Όμως η Σικελία δεν είναι μόνο αυτά. Ένα μεγάλο κομμάτι της γοητείας της κρύβεται στην νοτιοανατολική της άκρη, σε ένα σύμπλεγμα χωριών που δεν είναι τόσο γνωστό όσο οι υπόλοιπες πόλεις της.
Μία μικρή ομάδα χωριών, το ένα πιο όμορφο από το άλλο, μας πρόσφερε δύο μέρες γεμάτες εικόνες, χρώματα και γεύσεις τοπικών λιχουδιών. Πέρα όμως απ' αυτή τη γωνιά, υπάρχει κι η ενδοχώρα της νήσου όπου κάναμε τρεις στάσεις. Το ιδιαίτερο με όλα τα παραπάνω χωριά είναι πως ενώ γειτνιάζουν μεταξύ τους, είναι τελείως διαφορετικά το ένα από το άλλο. Απ' όλα τα χωριά ξεχώρισα την Ραγκούσα, την οποία αποφάσισα να παρουσιάσω ξεχωριστά στο επόμενο φωτογραφικό βίντεο.
Η βόλτα ξεκινάει από το Νότο (00:05-02:04), το οποίο είναι ένα από τα ομορφότερα χωριά της Ιταλίας που έχω επισκεφθεί μέχρι στιγμής, με εκπληκτικά σικελικά μπαρόκ κτίρια. Αυτό που μου κέρδισε αρχικά τις εντυπώσεις ήταν η ομοιομορφία των γήινων χρωμάτων στις προσόψεις των κτιρίων, κάτι το οποίο οφείλεται στο ηφαιστειακό πέτρωμα που χρησιμοποιήθηκε ως δομικό υλικό. Εκεί όμως που έμεινα με το στόμα ανοιχτό ήταν στη στιγμή που πρωτοαντίκρυσα την κεντρική πλατεία. Σ' αυτό το άνοιγμα, ο επιβλητικός καθεδρικός ναός στέκεται στο ψηλότερο σημείο, σα στέμμα πάνω από την υπόλοιπη πόλη, κάτι στο οποίο βοηθούσε κι η μπεζ του απόχρωση που χρυσάφιζε στο φως του ήλιου. Ακριβώς απέναντι από τον καθεδρικό, και σε χαμηλότερο επίπεδο βρίσκεται το δημαρχείο. Μικρό αλλά κομψό με τη καμαρωτή στοά του και τις εξωτερικές κόκκινες κουρτίνες που του πρόσθεταν επιπλέον κύρος. Ανάμεσα σε καθεδρικό και δημαρχείο περνάει ένας μεγάλος πεζόδρομος, ο οποίος φτάνει από τη μία άκρη του χωριού στην άλλη. Πάνω σ' αυτόν συναντήσαμε κι άλλες όμορφες εκκλησίες όπως του San Domenico και του Αγίου Καρόλου Borromeo αλλά κι αρκετά καλαίσθητα κτίρια.
Είναι φανερό σε κάθε γωνία της πόλης πως το Νότο είχε πλούσιο παρελθόν. Στη μυθολογία, ο Δαίδαλος είχε επισκεφθεί τη πόλη μετά τη πτήση του πάνω από το Αιγαίο Πέλαγος αλλά κι ο Ηρακλής μετά τον 7ο του άθλο. Ιστορικά έχει κατακτηθεί από Ρωμαίους, Άραβες και Νορμανδούς. Τον 15ο και 16ο αιώνα η πόλη έζησε μία πρωτόγνωρη πνευματική άνθηση, κάτι που έκανε τον βασιλιά Ferdinand ΙΙΙ να της χορηγήσει το 1503 τον τίτλο της Civitas Ingeniosa ( «Ευφυής Πόλη»). Όμως το 1693 καταστράφηκε ολοσχερώς από σεισμό και ξαναχτίστηκε στην αντίπερα όχθη του τοπικού ποταμού.
Αφού απολαύσαμε το μεσημεριανό μας καφεδάκι στον προαύλιο χώρο του δημαρχείου, φύγαμε από την ανατολική αψίδα της πόλης κι αναχωρήσαμε για το επόμενο χωριό. H Ίσπιτσα (02:05-02:22) ήταν μία μικρή στάση για να ξεμουδιάσουμε. Την ώρα που φτάσαμε, οι δρόμοι ήταν άδειοι απ' αυτοκίνητα κι ανθρώπους. Περπατήσαμε στο κέντρο της αλλά δεν μας τράβηξε κάτι τη προσοχή. Χωρίς να χάνουμε χρόνο βάλαμε πάλι μπρος τη μηχανή και φύγαμε για το επόμενο χωριό.
Η Μόντικα (02:23-03:34) κρυμμένη σε μία βραχώδης κοιλάδα, θεωρείται η πόλη της σοκολάτας. Τη φήμη αυτή κατέκτησε λόγω της τοπικής σοκολάτας που παράγεται από δέντρα, με παρόμοιο τρόπο που εφάρμοζαν οι Αζτέκοι. Η παραγωγή της συγκεκριμένης σοκολάτας παραμένει μέχρι σήμερα μυστική.
Τι σχέση όμως έχουν οι Σικελοί με τους Αζτέκους; Η ιστορία ξεκινάει από τον 16ο αι. όταν η Σικελία βρισκόταν κάτω από τον ισπανικό έλεγχο. Αρκετοί Ισπανοί έφεραν στην Ευρώπη τα κακαόδεντρα τα οποία ευδοκίμησαν στο ηφαιστειογενές έδαφος της νότιας Σικελίας. Μαζί με τα δέντρα, οι Ισπανοί έφεραν μαζί τους και τις συνταγές για την δημιουργία της xocoatl (όπως την έλεγαν οι Αζτέκοι και από αυτήν προήλθε η λέξη σοκολάτα), μιας πάστας που ήταν σκληρή στο εσωτερικό, αλλά πιο μαλακή στην επιφάνειά της. Η αρχική xocoatl ήταν πικρή και την χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα για να ενισχύσει σάλτσες για πιάτα με κρέας, ή τριμμένη σε σαλάτες ή τρώγεται μόνη της, ως συμπλήρωμα διατροφής. Αν παρασκευαστεί με ορισμένα καρυκεύματα, θεωρείται και αφροδισιακή.
Όσον αφορά την πόλη, η Μόντικα σύμφωνα με τον Θουκυδίδη ιδρύθηκε το 1360 π.Χ. ή 1071 π.Χ. Σήμερα αποτελείται από την "Modica Alta" (Άνω Modica) και "Modica Bassa" (Κάτω Modica). Και τα δύο επίπεδα είναι πλούσια σε μπαρόκ κτίρια. Η διαρρύθμιση του εδάφους δίνει ιδιαίτερο γόητρο στο μικρό κάστρο που βρίσκεται στη κορυφή ενός βράχου αλλά και στον πανέμορφο καθεδρικό του San Giorgio. Πανέμορφη όμως είναι κι η εκκλησία του Αγίου Πέτρου με την πλούσια γλυπτή διακόσμηση στις σκάλες της.
Η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς από το σεισμό του 1693. Ο πλούτος όμως των κατοίκων της, της έδωσε μία ακόμη ευκαιρία ανοικοδόμησης, η οποία συνοδεύτηκε με επιβλητικά αστικά κτίρια που διατήρησαν το σικελικό μπαρόκ.
Δίπλα στην Μόντικα βρίσκεται η πανέμορφη Ραγκούσα για την οποία όπως αναφέρθηκα στην αρχή, θα ασχοληθώ στην επόμενη ανάρτησή μου για το οδοιπορικό στην Κάτω Ιταλία και Σικελία.
Την επόμενη μέρα αναχωρήσαμε από την Κατάνια με κατεύθυνση προς τα δυτικά. Στο πρόγραμμά μας είχαμε τα χωριά της σικελικής ενδοχώρας. Γι' αρκετή ώρα οδηγούσαμε έχοντας την Αίτνα στα βόρια να παρακολουθεί τις κινήσεις μας. Όταν φτάσαμε στο πρώτο χωριό, το ηφαίστειο είχε ήδη εξαφανιστεί πίσω από τα βουνά της περιοχής.
Η Πιάτσα Αρμερίνα (03:38-04:22) ήταν το πρώτο νορμανδικό χωριό που επισκεφθήκαμε στη Σικελία. Χτισμένο πάνω σε έναν λόφο, νιώθει περήφανο για δύο λόγους. Για τα εκπληκτικά ψηφιδωτά δάπεδα της Villa Romana del Casale που βρίσκεται τρία χιλιόμετρα έξω απ' αυτό και θεωρούνται τα μεγαλύτερα σε έκταση ψηφιδωτά στον κόσμο και για τον επιβλητικό καθεδρικό ναό, ο οποίος είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με το μέγεθος του χωριού. Ο ναός ξεχωρίζει για τα καταλανικού-γοτθικού στυλ παράθυρα αλλά και για τα πλούσια σε γλυπτή διακόσμηση καμπαναριά του. Η παραμονή μας στο χωριό συνδυάστηκε με βόλτες στα σοκάκια τα οποία ήταν πολύχρωμα από τα άνθη της βουκαμβίλιας που κρεμόντουσαν στους μαντρότοιχους.
Επόμενη στάση κάναμε στην Έννα (04:22-05:27). Το χωριό βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά του νησιού. Γι' αυτό το λόγο θεωρείται ο Ομφαλός της Σικελίας, ενώ της έχει δοθεί και το ψευδώνυμο "Δώμα" λόγω της πανοραμικής θέας που έχεις από το κάστρο της. Η πόλη ήταν μέχρι το 1926 γνωστή με το όνομα Castrogiovanni ενώ σήμερα θεωρείται ως η ψηλότερη πρωτεύουσα επαρχίας στην Ιταλία μιας και βρίσκεται στα 931 μέτρα.
Μοναδικά της αξιοθέατα είναι το Κάστρο της Λομβαρδίας το οποίο θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής στην Σικελία. Αποτελούταν από είκοσι πύργους αν και σήμερα έχουν μείνει μόνο έξι. Επίσης ενδιαφέρον έχει ο καθεδρικός της πόλης για το ψηλό του καμπαναριό και για την πλούσια συλλογή έργων τέχνης.
Αυτό όμως που με εντυπωσίασε περισσότερο σ' αυτήν την πόλη ήταν η πανοραμική της θέα από το σημείο που βρισκόταν το αρχαίο ιερό της Δήμητρας. Πάνω σε έναν μεγάλο βράχο αγναντεύαμε για ώρα την ενδοχώρα της Σικελίας. Τα γύρω νορμανδικά χωριά ήταν χτισμένα στις κορυφές των λόφων έχοντας έτσι καλή ορατότητα στην γύρω περιοχή. Ανατολικά αχνοφαινόταν η Αίτνα η οποία ρόδιζε καθώς ο ήλιος σιγά σιγά άγγιζε τον ορίζοντα.
Τελευταία μας στάση ήταν η πόλη Καλτανισέτα (05:30-06:20). Η πόλη είχε γίνει στόχος συμμαχικών βομβαρδισμών στον Β'Παγκόσμιο Πόλεμο μ' αποτέλεσμα σήμερα να μην είχε τίποτα ιδιαίτερο για να θαυμάσει κανείς πέρα από την κεντρική πλατεία όπου στέκουν οι εκκλησίες του San Sebastiano και της Santa Maria la Nova (Καθεδρικός). Είχε ήδη σκοτεινιάσει όταν φτάσαμε εκεί. Δε κάναμε τίποτα παραπάνω πέρα από μία βραδινή βόλτα στους κεντρικούς της δρόμους. Εξάλλου ήμασταν ήδη εξαντλημένοι και την επομένη μέρα μας περίμενε η μυθική Κοιλάδα των Ναών του Ακράγαντα. 

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Δυο χρόνια μετά...



Πέρασαν κιόλας δυο χρόνια από ‘κείνη τη μέρα που ο ελληνικός λαός βροντοφώναξε ενάντια στην πολιτική λιτότητας που επιβαλλόταν (κι εξακολουθεί να επιβάλλεται) στη χώρα μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έκτοτε αρκετοί ειδικοί και μη, ανέλυσαν πολλές φορές τόσο το αποτέλεσμα όσο και τη διαχείρισή του από τη σημερινή κυβέρνηση. Η ανεκδιήγητη στάση της κυβέρνησης σ’ αυτό το αποτέλεσμα είχε συνέπειες που τις βιώνουμε μέχρι σήμερα. Οι εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού αποθρασύνθηκαν, το ελληνικό και πανευρωπαϊκό αριστερό κίνημα έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του και δόθηκε το δικαίωμα σε εγχώρια μέσα μαζικής ενημέρωσης να δώσουν ακροδεξιά χροιά στο αποτέλεσμα. Η 5η Ιουλίου έγινε μεμιάς ορόσημο της υιοθεσίας του ευρωσκεπτικισμού από την ακροδεξιά (όπως συνέβη και με το Brexit).
Δύο χρόνια μετά, είμαι πλέον βέβαιος, πως δε θα ξεχάσω ποτέ την λαοθάλασσα στη πλατεία Συντάγματος. Άνθρωποι απ’ όλα τα κοινωνικά και πολιτικά στρώματα, συγκεντρώθηκαν μπροστά από τη Βουλή κι ενώθηκαν σε μία φωνή αξιοπρέπειας. Μπορεί για τους περισσότερους το ερώτημα του δημοψηφίσματος να μην ήταν ξεκάθαρο, αλλά το «Όχι» ήταν συγκεκριμένης άποψης κι είχε επώνυμους αποδέκτες.
Και να που το «Όχι» κατάφερε τελικά και νίκησε τους εκβιαστές της Φρανκφούρτης που επέφεραν τα Capital Controls, τους εκφοβιστές των Βρυξελλών και του Βερολίνου, τους πολιτικούς-υπαλλήλους του διδύμου Σόιμπλε-Ντάισελμπλουμ και τους τηλεοπτικούς προπαγανδιστές. Το 61,3% που απέσπασε το «Όχι» μετέτρεψε τη νίκη αξιοπρέπειας σε πρωτόγνωρο γύρο θριάμβου, αν αναλογιστεί κανείς όλα τα παραπάνω πολιτικά τέρατα που στάθηκαν απέναντι στον ελληνικό λαό. Αντιμετωπίζοντας τις κλειστές τράπεζες και τους τηλεοπτικούς οχετούς, οι Έλληνες στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων αναπτερώνοντας τις ναρκωμένες ελπίδες για μία επερχόμενη αλλαγή. Να όμως που τελικά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα κύκνειο άσμα των λαϊκών αγώνων. Έκτοτε η ακροδεξιά άνοιξε της αγκάλες της για να μαζέψει κι άλλους οπαδούς και σ’ αυτό έχει μεγάλη ευθύνη κι η τωρινή κυβέρνηση.
Κάτι ακόμα που δε θα ξεχάσω από εκείνες τις μέρες, ήταν μία συζήτηση που είχα με φίλους το βράδυ του Σαββάτου σε ένα κουτούκι της Χίου. Όλοι ελπίζαμε το χιώτικο «όχι» να αγγίξει το 35% μιας και γνωρίζαμε τον συντηρητισμό της κλειστής μας κοινωνίας. Το 53% που βγήκε στο νησί μπορεί να ήταν το μικρότερο ποσοστό στην Ελλάδα, αλλά έγινε αφορμή πανηγυρισμών διότι η Χίος δε στιγματίστηκε στον ελλαδικό χάρτη των αποτελεσμάτων.
Το δημοψήφισμα έτσι όπως εξελίχθηκε μετέπειτα, αποδείχτηκε πως ήταν μία τραγική απόφαση από τον σημερινό πρωθυπουργό. Για μένα όμως, ήταν μία απόδειξη πως ο ελληνικός λαός, γονατισμένος κι εξαντλημένος μετά από πέντε καταστροφικά χρόνια κρίσης, δε φοβήθηκε στους εκβιασμούς Ευρωπαίων κι εγχώριων εκφραστών της οικονομικής λιτότητας και κατάφερε να τραντάξει τα θεμέλια της καταρρέουσας Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δυστυχώς όμως το ξεπούλημα του θαρραλέου αυτού «Όχι» από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, θα επιφέρει άσχημες συνέπειες, αρκετές από τις οποίες έγιναν από τις πρώτες μέρες αισθητές…

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Δύο χρόνια από το «όχι» στο δημοψήφισμα



της Νάντια Βαλαβάνη

Δυο χρόνια από το δημοψήφισμα, το μεγάλο «Οχι» της 5ης Ιουλίου 2015 παραμένει η σημαντικότερη αγωνιστική παρακαταθήκη της μεταπολίτευσης: η στιγμή που μια εκπληκτικά μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία σε συνθήκες πρωτοφανείς στην παγκόσμια ιστορία -εκλογική διαδικασία με κλειστές τράπεζες- εγκαταλείποντας στάσεις ανάθεσης ετοιμάζεται να πάρει την τύχη της στα δικά της χέρια.
Το γεγονός ότι μία βδομάδα αργότερα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., με τη στήριξη της συντριπτικά ηττημένης μνημονιακής «αντιπολίτευσης», εξαέρωνε τη σημαντικότερη λαϊκή στήριξη που προσφέρθηκε ποτέ σε κυβέρνηση στην πιο κρίσιμη μεταπολεμικά μάχη αντίστασης και χειραφέτησης, δεν μειώνει σε τίποτα τη σημασία της λαϊκής νίκης.
Κάνει, ωστόσο, πολιτικά αποκρουστικότερη τη μεταστροφή που ακολούθησε την άνευ όρων συνθηκολόγηση μιας κυβέρνησης που είχε εκλεγεί με ηχηρή απελευθερωτική εντολή. Και όχι μόνο πολιτικά αποκρουστική: Η λαϊκή απόφαση να μην υπογραφεί ένα καινούργιο -τρίτο- Μνημόνιο ήταν συντριπτική και ως προς την έκταση της λαϊκής συμμετοχής.
Ξεπερνώντας με άνεση το συνταγματικό όριο γνωμοδοτικής απόφασης σε δημοψήφισμα, κατέστησε τη λαϊκή βούληση απελευθέρωσης από την τροϊκανική τυραννία και τη μνημονιακή δουλεία ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ και ΑΝΕΚΛΗΤΗ.
Ο παραμερισμός μιας δεσμευτικά εκφρασμένης λαϊκής βούλησης, χωρίς οποιαδήποτε συνέπεια -η πιο τρανταχτή απ’ όλες τις περιπτώσεις παραβίασης της τυπικής και ουσιαστικής λειτουργίας της πολιτικής δημοκρατίας και νομιμότητας-, άνοιξε έναν μεγάλο λογαριασμό· μέχρι σήμερα επίσης συνταγματικά ανεξόφλητο.
Δύο χρόνια αργότερα, όντως «οι μάσκες έχουν πέσει»: η πολιτική που έχει ως αποτέλεσμα την ερημοποίηση της χώρας και το ρήμαγμα της ζωής της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτών, συνεχίζεται για όγδοη χρονιά.
Μετά τη δημοσιοποίηση, μέσα στο τελευταίο δίμηνο, των τριών επίσημων σεναρίων ως προς την προοπτική και βιωσιμότητα του χρέους (ESM / γερμανικού ΥπΟικ, ΔΝΤ και, πιο πρόσφατα, Ε.Ε.) οποιοσδήποτε διαθέτει στοιχειώδη κριτική ικανότητα κατανοεί τον κοινό τόπο όλων των «υπολογισμών» των δανειστών: η πολυδιαφημιζόμενη από την κυβέρνηση προοπτική «εξόδου από τα μνημόνια και την επιτροπεία το 2018» -στρωμένη ήδη με προνομοθετημένα μέτρα για πρωτογενές πλεόνασμα «αίματος» 3,5%, οριστικής μετατροπής των συντάξεων σε επιδόματα και ολοκλήρωσης του φορολογικού τσακίσματος των εισοδηματικά ασθενέστερων, που συνιστούν μια πρώτη δέσμη «μέτρων» ενός τέταρτου Μνημονίου- οδηγεί σε μια μνημονιακή «μεταμνημονιακή» εποχή πολύ πέραν του 2022.
Κατά κοινή ομολογία όλων των δανειστών, διάρκειας τουλάχιστον μισού αιώνα.
Αυτό αποδεικνύει ξεκάθαρα σε οποιονδήποτε άνθρωπο καλής θέλησης ό,τι ξέραμε ήδη τότε όλοι όσοι αντιταχθήκαμε και αντιπαλέψαμε την παραβίαση της λαϊκής εντολής της 5ης Ιουλίου 2015 ότι το τίμημα απεμπόλησης της λαϊκής εντολής για ανάκτηση κυριαρχίας -η συνομολόγηση ενός τρίτου Μνημονίου- κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση οποιασδήποτε εκδοχής απαλλαγής από τις μνημονιακές πολιτικές που καταστρέφουν συστηματικά ό,τι απέμεινε από τη χώρα και τον παραγωγικό της ιστό.
Οτι το τρίτο Μνημόνιο δεν αποτελεί παρά τον τρίτο «σταθμό» στην προαλειφόμενη μακριά διαδρομή της λεγόμενης «εντατικής επιτήρησης» (intensive surveillance, Ευρωπαϊκός Κανονισμός 472/2013 για τις χώρες που είχαν μνημόνια) - δηλαδή της διαδικασίας υποβίβασης ενός κυρίαρχου κράτους σε προτεκτοράτο μέσω μονιμοποίησης της μετατροπής του σε «αποικία χρέους».
Στις 15 Ιουλίου 2015 η απεμπόληση μιας συντριπτικής λαϊκής εντολής απελευθέρωσης οδήγησε στο βάθεμα της επιβολής καθεστώτος πλιάτσικου εκ μέρους των δανειστών με τη συναίνεση μιας μνημονιακής, πλέον, από τις 15 Ιουλίου 2015, κυβέρνησης και της, παλαιόθεν μνημονιακής, «αντιπολίτευσης»: Με «αρπαγή της Ελλάδας», καθώς η δημόσια περιουσία οδηγείται για «ρευστοποίηση» επί 99 χρόνια στο «Υπερταμείο» και η ιδιωτική θα «απαλλοτριώνεται» από τράπεζες και funds μέσω ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
Με «απαγωγή των δημοσίων εσόδων» μέσω της απόσπασης της ΓΓΔΕ/ΑΑΔΕ από το υπουργείο Οικονομικών οποιασδήποτε δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης και τη «μεταφορά» της υπό τον έλεγχο των δανειστών -μοναδικά σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη χώρα-, και μάλιστα μια χρονιά που μισθωτοί, επαγγελματίες και αγρότες θα πληρώσουν για ίδια με τα περσινά εισοδήματα έως και 40% μεγαλύτερο φόρο.
Με τη μετανάστευση των νέων -που η ψήφος τους καθόρισε τη συντριπτική έκταση της νίκης τού «Οχι» δύο χρόνια πριν- να προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της μεγαλύτερης από τις τρεις μέχρι τώρα ελληνικές μεταναστεύσεις.
Σε αυτή τη δεύτερη επέτειο, γίνεται πολύ περισσότερο ξεκάθαρος ο δρόμος μπροστά στον λαό: να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Πριν παγιωθεί η ερημοποίηση της χώρας.
Πριν η προαλειφόμενη «συνταγματοποίηση του μνημονιακού καθεστώτος» μετατρέψει το Σύνταγμα των Ελλήνων σε συνθήκη θεσμοποίησης μόνιμων δεσμών οικονομικού και πολιτικού καταναγκασμού σε βάρος του λαού και επιβολής σταθερού καθεστώτος υποτέλειας στη χώρα.
Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ένα ανοιχτό απελευθερωτικό κίνημα που, στην εξέλιξη της δυναμικής του, θα κατορθώσει να εκφράσει το «όλον» ΟΧΙ: όλους τους Ελληνες πολίτες, λαϊκούς ανθρώπους και μεσαία στρώματα, νεαρότερους και ηλικιακά μεγαλύτερους, άντρες και γυναίκες, που αψηφώντας το κλίμα φόβου και τερατολογίας σε συνθήκες «προπαγάνδας της πράξης» των κλειστών τραπεζών, όρθωσαν το ανάστημά τους παρά και ενάντια σε όλους τους φόβους και τις αμφιβολίες τους.
Αυτή την κατεύθυνση, για την ανάκτηση ολόπλευρα της κυριαρχίας της χώρας -κρατικής, οικονομικής, φορολογικής, νομισματικής- προκειμένου να ξανασταθεί στα πόδια της και βέβαια για την κατάκτηση της ελευθερίας και της λαϊκής κυριαρχίας, θα ενισχύσει καταλυτικά η ευρύτερη δυνατή δημοκρατική, πατριωτική, προοδευτική, ριζοσπαστική, αντιμνημονιακή συμπαράταξη όλων των δυνάμεων και μεμονωμένων ανθρώπων που είναι ήδη σήμερα αποφασισμένοι: Η παρακμή της χώρας, η μετανάστευση των νέων και η αποσάθρωση της ζωής της μεγάλης πλειονότητας της κοινωνίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχιστεί.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Ποιος θα επικρατήσει στην αποικία...



του Γιώργου Σταματόπουλου

Τιτρώσκει τη διάθεσή του κανείς ενασχολούμενος με το τι λέει ή κάνει ο τάδε και ο δείνα πολιτικός, άσε που είναι και χάσιμο χρόνου αλλά και «πράξη» άνευ νοήματος. Είναι ανώφελο να κρίνεις τους πολιτικούς που «πολιτεύονται» σε μια αποικία - εάν υπάρχει κάποιος που ισχυρίζεται ακόμη ότι είμαστε ένα ανεξάρτητο και εθνικά υπερήφανο κράτος, τότε κάτι δεν πάει καλά με την κούτρα μας αλλά και την ψυχοσύνθεσή μας.
Ο νέος αποικισμός (οικονομική ασφυξία) έχει θρονιαστεί για τα καλά στην πολυύμνητη Ευρωπαϊκή Ενωση· η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν εκταμιεύει τη δόση για την Ελλάδα εάν δεν αποσυρθούν οι κατηγορίες εναντίον στελεχών της. Στις αποικίες η δημοκρατία δεν έχει καμία τύχη - αλλά μήπως έχει στα ίδια τα αυτοαποκαλούμενα «δημοκρατικά πολιτεύματα»; Βλέπουμε την τρανταχτή υποκρισία, περί άλλα, όμως, τυρβαζόμεθα...
Παίζουν καθημερινά το θεατράκι τους λοιπόν οι πολιτικοί και μόνος στόχος είναι ποιος θα επικρατήσει στην αποικία και ας δίνουν λόγο όχι στον λαό παρά στους Αναμορφωτές που λέει και ο Καβάφης, οι οποίοι «για κάθε τι, / για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,/ κ’ ευθύς στον νου τους μεταρρυθμίσεις βάζουν,/ με την απαίτηση να εκτελεσθούν άνευ αναβολής».
Να δούμε ποιο είναι το μέλλον σε μια τέτοια αποικία, εάν υπάρχει μέλλον, εάν υφίσταται κρατική οντότητα, γλώσσα, πολιτισμός, εθνικά σύνορα και λοιπά.
Συνεχίζει για τους Αναμορφωτές ο Αλεξανδρινός: «Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία, κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς, /απέλθουν παίρνοντας και τη δικαία μισθοδοσία,/ να δούμε τι απομένει πια μετά,/ τόση δεινότητα χειρουργική». Και, όμως, συστήνει να μη βιαζόμαστε «γιατί είναι επικίνδυνο πράγμα η βία».
Οι ποιητές πάντα βλέπουν πριν από τον καιρό τους, ακριβώς διότι διαισθάνονται χωρίς, όμως, να μπορούν να επέμβουν παρά με την πένα τους -έλα που δεν αρκεί τούτη η πένα· εάν ήταν λυσιτελής, από πολλά κακά θα είχε απαλλαγεί η ανθρωπότητα -οπότε ίσως να μην έχει νόημα να επικαλούμαστε τους ποιητές μας.
Ισως, αλλά σε εποχές παρακμής και απώλειας εθνικής αξιοπρέπειας όλοι οι μεγάλοι πολιτισμοί στρέφονται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Γιατί; Ενδιαφέρον θα είχε εάν απαντούσε ο Τόσκας λ.χ. ή ο Πολάκης ή ο κάθε κομψευάμενος της αριστεροδεξιάς κυβέρνησης.
Είπαμε, εντούτοις, ότι σε μια αποικία δεν έχει νόημα ποιος μιλάει και τι λέει -αυτό ισχύει σε μια ελεύθερη και ανεξάρτητη χώρα, όπου ο καθείς λογοδοτεί στον καθένα, όπου οι πολιτικές συγκρούσεις έχουν ουσία και περιεχόμενο και, άρα, προωθούνται το πνεύμα και η ύλη και, άρα, πάμε κάνα δυο βήματα μπροστά στην πορεία προς τον εξανθρωπισμό μας.
Εδώ ισχύουν άλλοι κανόνες, οι κανόνες που βάζουν οι αποικιοκράτες και τα υποχείριά τους, αλλοδαπά και ημεδαπά. Διαφωνούν μήπως οι αριστεροί; Οι φιλελεύθεροι; Οι σοσιαλδημοκράτες; Οι συντηρητικοί; Οι προοδευτικοί; Οι ακροδεξιοί; Οι ακροαριστεροί; Οι αναρχικοί;
Εχει νόημα ο αυτοπροσδιορισμός τους σε μια αποικία;

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Τσεσμές: Το Hot Spot των Ελλήνων προσφύγων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο



Έρευνα: Νάσος Μπράτσος

Μετά από ταξίδια κάτω από τραγικές συνθήκες, που δεν είχαν πάντα αίσιο τέλος, καθώς σημειώθηκαν πνιγμοί, συλλήψεις, απελάσεις προς τις κατοχικές δυνάμεις, αρκετοί Έλληνες πρόσφυγες, είχαν να αντιμετωπίσουν το άγνωστο των τουρκικών παραλίων και τις συμπεριφορές του τοπικού πληθυσμού, κατά κανόνα καλές έως και συγκινητικές, αλλά υπήρξαν και άλλες που ήταν εγκληματικές. Όπως σε όλες τις εποχές άλλωστε και σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις.
Τελικός προορισμός όλων ο Τσεσμές. Εκεί οι ελληνικές αρχές και οι Άγγλοι, επιχείρησαν να οργανώσουν την υποδοχή – καταγραφή – διαμονή – διαλογή των προσφύγων και την προώθησή τους σε άλλους προορισμούς.
Ήταν λοιπόν ο Τσεσμές το Hot Spot των Ελλήνων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου εκτός από παλιές αποθήκες, φτηνά ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, χρησιμοποιήθηκαν και παλιές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Ο βασικός χώρος ήταν ένα παλιό στρατόπεδο στο οποίο μεταφέρθηκε μεγάλος αριθμός προσφύγων κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Όπως μας περιέγραψε η Καίτη Φράγγου – Ζηκίδη: «Εκεί μείναμε σε στρατόπεδο προσφύγων σε σκηνές, σε ένα λόφο που εκεί ήταν πρώτα στρατιωτικός τόπος εκπαίδευσης, σε πετρώδες έδαφος. Οι συνθήκες εκεί ήταν κακές και είχαμε και πολλούς θανάτους γερόντων από κακουχίες, μολύνσεις, τυφοειδή πυρετό, κακή διατροφή. Εκεί έχασαν τα παιδιά τους ο Γιώργος Φουντούλης και η σύζυγός του Θεοδοσία.
Τα χαντάκια που είχαν σκάψει για εκπαίδευση οι στρατιώτες πριν πάμε εμείς ήταν οι ανοιχτοί αγωγοί των ακαθαρσιών από τις τουαλέτες που είχαν στηθεί ακριβώς από πάνω τους. Θάβαμε τους νεκρούς μας σε χώρο εντός του στρατοπέδου, κανονικά με χριστιανική ταφή και σταυρό, αλλά επειδή το έδαφος ήταν βραχώδες δεν σκάβαμε μνήμα, αλλά τους κάναμε «βουναλάκια» με χώμα. Έρχονταν τα τσακάλια το βράδυ και τους ξέθαβαν.
Για να πάμε στην πόλη περνάγαμε από την πύλη, όπου ο σκοπός ένα 20χρονο τουρκάκι αρπάζονταν συχνά με τους δικούς μας, λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής.
Σιγά – σιγά το στρατόπεδο άδειαζε αφού όλοι προσπαθούσαν να μείνουν στην πόλη, σε σπίτια νοικιασμένα από τις υπηρεσίες στήριξης των προσφύγων».
Από την πλευρά της η Αντιγόνη Ρωμυλίου θυμάται: «Ο Τσεσμές είχε πολλά ερειπωμένα σπίτια Ελλήνων που είχαν φύγει το 1922 και μετά. Μείναμε σε μία παλιά εγκαταλελειμμένη αποθήκη, όπου ήμασταν 200 άτομα σε χώρο όσο έπιανε το σώμα μας. Όσοι ήταν δίπλα στον τοίχο ήταν τυχεροί, γιατί όσοι ήταν στη μέση, συχνά τους πατούσε άλλος μπαίνοντας ή βγαίνοντας.
Στον Τσεσμέ στην παραλία έχοντας στήσει ένα τραπεζάκι, υπήρχαν Έλληνες υπάλληλοι της πρεσβείας για στρατολόγηση εθελοντών για τη Μέση Ανατολή, στην Τουρκία δεν επιτρέπονταν παρουσίες στρατιωτικών άλλων χωρών έτσι είχε συμφωνήσει και με τη Γερμανία».
Αναμνήσεις από τον Τσεσμέ είχε και ο Χρήστος Σταυρινάδης, που μεταξύ άλλων μας είχε πει: «Μας πήγαν στον Τσεσμέ σε καταυλισμό όπου μας παρείχαν στέγη και τροφή, εκεί έφαγα για πρώτη φορά λουκούμι και θυμάμαι τη μεγάλη εντύπωση που μου έκανε γιατί μου άρεσε πολύ».
Σπύρος Πλακίδας: «Σάστισαν και οι Τούρκοι αγρότες που μας συνάντησαν με τη συμφορά και με το χάλι μας φιλοξένησαν και μας έδωσαν γάλα, τυρί, ψωμί, ελιές και μας πήγαν στον Τσεσμέ. Από εκεί μας έστειλαν στα Αλάτσατα. Που μείναμε μέχρι τον Οκτώβρη, εμείς και 100 Χιώτες. Θέριζε ο τύφος και η δυσεντερία, εκεί πέθανε ο μικρότερος αδερφός μου. Ξαναγυρίσαμε στον Τσεσμέ όπου Εγγλέζοι και Ερυθρός Σταυρός είχαν οργανώσει καλύτερα τα πράγματα και από εκεί στη Σμύρνη και από εκεί 2.000 πρόσφυγες σε τρένο και στο Χαλέπι, όπου κάτσαμε δυόμιση μήνες. Εκεί κάναμε μπάνιο μετά από πέντε μήνες και περάσαμε από υγειονομική επιτροπή. Οι ντόπιοι μας έδωσαν οι κάτοικοι διάφορα δώρα, γλυκά στα παιδιά, χουρμάδες, εκεί τους μάθαμε για πρώτη φορά. Καταλήξαμε στις πηγές του Μωυσέως για τρεις μήνες (οι Αιγύπτιοι δεν μας χώνευαν γιατί νόμιζαν ότι ήμασταν φίλοι των Εγγλέζων) και μετά πήγαμε στο Βελγικό Κονγκό.
Στα Αλάτσατα και τον Τσεσμέ απαγορευόταν να αφήσεις έστω ένα σημάδι ότι έθαψες έναν δικό σου, στο Χαλέπι τουλάχιστον τους θάβαμε με αξιοπρέπεια».
Επίσης η Σώσα Πλακίδα θυμάται: «Ο Τούρκος έζεψε δύο κοφίνια σε ένα άλογο και μας έβαλε μέσα τα μικρά και όλοι μαζί ξεκινήσαμε για τον Τσεσμέ. Στο δρόμο μας εντόπισαν δύο ελεύθεροι σκοπευτές – Τσέτες – και ήρθαν με άγριες διαθέσεις και έψαχναν τα πράγματά μας. Ο Τούρκος με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να τους κάνει να φύγουν και έτσι φτάσαμε στον Τσεσμέ».
Αλλά και ο Τριαντάφυλλος Φωκιανός πέρασε από την τουρκική πόλη: «Μας πήγαν στον Τσεσμέ στην αρχαία Κρήνη και βλέπαμε τα σπίτια της Χίου που ήταν απέναντι. Εκεί μείναμε λίγους μήνες και μετά μας πήγαν στη Μέση Ανατολή στις πηγές του Μωυσέως. Ήρθαν να στρατολογήσουν στον ελληνικό στρατό και επειδή εγώ ήμουν μικρός χρειάστηκε η υπογραφή – συγκατάθεση της μάνας μου».
Στο βιβλίο του «Τσάλαχα», ο Γιάννης Νικολαΐδης, έγραφε: Ακολούθως μεταφέρθηκαν στον Τσεσμέ, όπου διαπίστωσαν ότι ζούσαν πολλοί τουρκοκρητικοί. Από εκεί όσοι δεν στρατολογήθηκαν στις συμμαχικές ένοπλες δυνάμεις, κυρίως γυναικόπεδα, μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα προσφύγων στο Χαλέπι, στις πηγές του Μωυσή, στο Βελγικό Κονγκό – σημερινό Ζαΐρ στην Κεντρική Αφρική».
Στον Τσεσμέ βρέθηκε και ο Γιακουμής Καρναβάς: «Τελικά συνεχίσαμε τον πλου σε τουρκικά νερά και βγήκαμε κάπου αλλού και από εκεί μας πήγαν στον Τσεσμέ. Εκεί ήταν το προξενείο με πρόξενο έναν Χρηστίδη που ήταν Χιώτης και ήταν πολύ καλός άνθρωπος, βοήθησε πολύ κόσμο. Εμείς ήμασταν σε τραγική κατάσταση από τις ψείρες και τους ψύλλους».
Επίσης ο Γιάννης Φουντούλης θυμάται και μας λέει: «Όταν φτάσαμε στον Τσεσμέ σταθήκαμε σε μία ουρά που μας μοίραζαν βραστές πατάτες και μάλιστα τη μοιρασιά έκανε ένας συμπατριώτης μας ο Κολοφάνης, όπως τον λέγαμε. Μας έβαλαν σε ένα σχολείο με μία κουβέρτα ανά οικογένεια που τη στρώναμε κάτω και εκεί ήταν η «οικογενειακή μας εστία». Γιόρταζαν οι Τούρκοι το Μπαϊράμι και φώναζαν που είχαν ρίξει τους Έλληνες στη θάλασσα το 1922. Έτρεχαν και με κάτι άλογα και εγώ που ήμουν μικρός, φοβήθηκα και κρύφτηκα μέχρι να περάσουν».
Γιώργος Τουρβάς: «Ξεκινήσαμε μεσάνυχτα και φτάσαμε αργά το απόγευμα στην Τουρκία σε μία περιοχή που την έλεγαν Κορακιά. Διανυκτερεύσαμε εκεί και την άλλη μέρα μία τουρκική περίπολος μας εντόπισε και με τα πόδια πήγαμε στον Τσεσμέ».
Άννα Ρακατζή – Λεφέ: «Μας πήγαν στον Τσεσμέ, μας έδωσαν χρηματικό επίδομα και νοικιάσαμε ένα δωμάτιο σε ένα βρωμοξενοδοχείο, με μία τουρκοκρητικιά ιδιοκτήτρια που μας έβριζε. Τότε ο Τσεσμές δεν ήταν το θέρετρο του σήμερα, αλλά μία πόλη με έντονα τα σημάδια του πολέμου και της Μικρασιατικής Καταστροφής, με ρημαγμένα και άδεια σπίτια, με τοίχους που είχαν τρύπες από σφαίρες, κλπ. Κάτσαμε εκεί ένα μήνα».
Η Ελευθερία Φράγγου – Πορτέλλουμας είχε πεί: «Το τουρκάκι μας πήγε σε ένα κοντινό χωριό το Κουζούμκουγιου, στην περιοχή είχε κάνει φαντάρος ο Κούβαρης στη μικρασιατική εκστρατεία και ήξερε τα μέρη, ενώ εκεί είχε σκοτωθεί ο Θωμάς Πορτέλλος αδερφός του πατέρα μου. Μετά βαφτίσαμε έτσι τον ένα μου αδερφό.
-Τι αντιμετώπιση είχατε;
-Ήρθαν τουρκάλες και μας έφεραν ελιές, τυρί και ψωμί που είχαμε να δούμε κοντά ένα χρόνο και πέσαμε με τα μούτρα στο φαγητό, ενώ οι τουρκάλες κλαίγανε από συγκίνηση βλέποντάς μας σε αυτή την κατάσταση. Μία από αυτές ήξερε λίγα ελληνικά και μας ρώτησε τι έτρωγαν όλο αυτό τον καιρό τα δύο μικρά παιδάκια του Κούβαρη που ήταν σχεδόν σκελετωμένα και απαντήσαμε «χορταράκια». Τα παιδάκια αυτά τελικά δεν κατάφεραν να επιβιώσουν από τις κακουχίες που πέρασαν. Ακολούθως ήρθε το καρακόλι, οι τουρκάλες μας έδωσαν τρόφιμα για το δρόμο και με αυτοκίνητα – εγώ πρώτη φορά έβλεπα και έμπαινα σε αυτοκίνητο – μας πήγαν στον Τσεσμέ. Εκεί μας έδωσαν ψάθες να στρώσουμε και να κοιμηθούμε και μας έβαλαν σε μεγάλες αποθήκες όπου ήταν χιλιάδες πρόσφυγες και υπήρχαν και πολλές ψείρες. Τους στρατεύσιμους τους έπαιρναν αμέσως και ο ένας αδερφός μου, ο Γιάννης, είπε ψέματα και πρόσθεσε στην ηλικία του για να τον πάρουν και βρέθηκε στην αεροπορία και εκπαιδεύτηκε στη Ροδεσία. Ο Θωμάς και ο Αντώνης πήγαν στο στρατό ξηράς». 
Σταθμός ήταν ο Τσεσμές και για τη Δέσποινα (Πιπίτσα) Σπανού Μπονάτσου: «Φτάσαμε στην Τουρκία στην Αγρελιά που ήταν και ένα στρατιωτικό φυλάκιο και η συμπεριφορά των Τούρκων στρατιωτών ήταν καλή. Στην Αγρελιά συναντήσαμε το Φώτη Σπανό (υπηρετούσε σε στολίσκο κομάντος) και μας έφερε μπισκότα, που με την πείνα που είχαμε δεν μπορείτε να φανταστείτε πώς μας φάνηκαν.
-Πόσο μείνατε εκεί;
-Μείναμε κοντά 20 μέρες στον Τσεσμέ και μετά πήγαμε στο Χαλέπι και ακολούθως στα Ιεροσόλυμα. Μας πήγαν στο στρατόπεδο Νουσεϊράτ και εκεί ήταν κοντά 2.000 Έλληνες πρόσφυγες, κυρίως νησιώτες, Σαμιώτες, Χιώτες, Ικαριώτες και πολλοί Δωδεκανήσιοι».
Στον Τσεσμέ βρέθηκε και η οικογένεια Μάζαρη(Γιώργος και Ελένη οι γονείς και τα παιδιά Δημήτρης,Μιχάλης, Μερόπη, Ευδοκία και Ηλέκτρα. Ο πατέρας δεν άντεξε και απεβίωσε για να θαφτεί χωρίς να επιτραπεί – όπως και σε άλλες περιπτώσεις προσφύγων – να ανεγερθεί ταφικό μνημείο, ή να τοποθετηθεί σταυρός.
Λίγο έκατσε ο Νίκος Καρίμαλης που πήγε με ομάδα ανδρών για στράτευση και τους μετακίνησαν γρήγορα προς Σμύρνη και Μέση Ανατολή.
Για ένα τετράμηνο έμεινε σε σκηνές – τσαντίρια σε βουνό κοντά σε ελαιώνα στον Τσεσμέ, η Ευαγγελία Καρούτσου – Τσαντίρη, που θυμάται ότι υπήρχαν πολλοί Έλληνες και στα τσαντίρια και στην πόλη.
Στην Τουρκική πόλη βρέθηκε για τρεις μήνες από το Μάη του 1942 και μετά (για να βρεθεί αργότερα στο Λίβανο) και η Πάτρα Σπέη – Σιμάκη, που κατά τη μεταφορά της από το χωριό Κουζούμκουγιου προς τον Τσεσμέ, τρόμαξε όταν είδε για πρώτη φορά στη ζωή της αυτοκίνητο, ενώ θυμάται το δράμα των προσφύγων στον Tσεσμέ, λέγοντας όταν έκλαιγαν μωρά και πέθαιναν όσοι ήταν εξασθενημένοι.
Από την πλευρά του ο Νικόλας Φουντούλης θυμάται: «Βρεθήκαμε κοντά στο χωριό Κουζούμκουγιου και συναντήσαμε ένα τσοπάνη, τους ζητήσαμε τσίρο (τα κατάλοιπα από το τυρί) για να δώσουμε έστω ένα φλυτζάνι στα μωρά και αυτός μας απάντησε ότι το έχει για τα σκυλιά του. Μετά θυμάμαι ότι στρατιώτες μας πήγαν με ποδαρόδρομο στον Τσεσμέ, όπου εκεί μας έδωσαν για φαγητό μία βραστή πατάτα και μας έβαλαν να κοιμηθούμε σε θαλάμους. Στον Τσεσμέ έμεινα δύο μήνες και μας έδιναν μία λίρα την ημέρα για σίτιση».
Αναφερθήκαμε στο Κουζούμκουγιου και με αυτή την ευκαιρία, πρέπει να πούμε ότι Έλληνες πρόσφυγες βρέθηκαν στα Αλάτσατα, και τα Λίσα (περιοχή με ιαματικά λουτρά), σαν ενδιάμεσους σταθμούς προς τον Τσεσμέ, ενώ από τον Τσεσμέ η συνηθέστερες διαδρομές ήταν προς τη Σμύρνη και ακολούθως σιδηροδρομικώς προς το Χαλέπι, ή ακτοπλοϊκώς προς την Κύπρο, με πλού δίπλα στα παράλια της Τουρκίας για να μην είναι εκτεθειμένα τα καΐκια στις δυνάμεις των Γερμανών και των Ιταλών.
Στα ευτράπελα της περιόδου, ένα δρομολόγιο από τον Τσεσμέ που ο παρασημοφορημένος θαλασσόλυκος Νικόλας Πυροβολικός περιέγραψε: Μία άλλη φορά μας φόρτωσαν ρουφιάνους που είχαν συλλάβει στην Ελλάδα οι αντιστασιακές οργανώσεις για να τους παραδώσουμε στις συμμαχικές αρχές».
Η γενική εικόνα όμως ήταν η εξής: «Κάναμε δρομολόγια Κύπρος – Τσεσμές, παίρναμε από εκεί πρόσφυγες και τους πηγαίναμε στην Κύπρο. Μία φορά θυμάμαι ότι μάζεψα 4 – 5 Χιώτες ναυαγούς, είχαν σωθεί λίγοι που πρόλαβαν και σκαρφάλωσαν στο άλμπουρο του καϊκιού, οι άλλοι κοντά στους 100 δυστυχώς πνίγηκαν. Ταξιδεύαμε με μία ανεμότρατα από την Πάτρα που την έλεγαν «Άγιος Δημήτριος» και μετά την ονομάσαμε «Αριστέα». Ήμουν στο καΐκι μαζί με Σαμιώτες, τον καπετάνιο Ιωάννη Σταμπιδάκη, τον Μιχάλη Προβατάρη, τον Μιχάλη Καλαϊτζάκη και τον Ιωάννη Καραμπίνη».