Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Ποιος σοσιαλισμός;



του Θανάση Γιαλκέτση

Γεννημένος το 1935 στη Νέα Υόρκη, ο Μάικλ Ουόλτσερ είναι ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους της αμερικανικής πολιτικής φιλοσοφίας.
Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Εξοδος και επανάσταση» (Αρτος Ζωής, 2015), «Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι» (Ιωλκός, 2008), «Η ηθική εντός και εκτός των συνόρων» (Πόλις, 2003) και «Περί ανεκτικότητας» (Καστανιώτης, 1998).
Το ακόλουθο κείμενό του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Dissent.

Στις παραμονές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου οι περισσότεροι σοσιαλιστές πίστευαν: ότι η Ιστορία είχε ένα νόημα του οποίου κατείχαν την επιστημονική γνώση· ότι η εργατική τάξη ήταν ο παράγοντας μιας ιστορικής προόδου, της οποίας αναγκαία έκβαση θα ήταν ο σοσιαλισμός· ότι η αστική τάξη ήταν καταδικασμένη στην ήττα και στην εξαφάνιση και ότι αυτό ήταν καλό πράγμα· ότι η αγορά θα χανόταν και αυτή μαζί με την αστική τάξη και θα την αντικαθιστούσε μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία· ότι η θρησκεία, ο εθνικισμός και όλες οι άλλες στενοκέφαλες ιδεολογίες θα παραχωρούσαν τη θέση τους στην εκκοσμίκευση, την επιστήμη και τον διεθνισμό της εργατικής τάξης· ότι μετά την επανάσταση θα τέλειωνε η καταπίεση, η εκμετάλλευση ή η τυραννία και συνεπώς δεν θα υπήρχαν στο εξής κοινωνικές συγκρούσεις.
Ολες αυτές οι πεποιθήσεις αποκαλύφθηκαν εσφαλμένες, καθώς διαψεύστηκαν από την «πραγματικότητα», η οποία εντούτοις υποτίθεται ότι είναι ο σύμμαχος των σοσιαλιστών τόσο στο επιστημολογικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο. Αυτός ο κατάλογος έχει τόνους αρχαϊκής ορθοδοξίας. Δεν τον υπερασπίζεται σήμερα παρά μόνον μια μικρή ομάδα σεκταριστών και κάποιοι καθηγητές. 
Χρειάζεται επίσης να σημειώσουμε ότι υπάρχει μια εκδοχή σοσιαλισμού που θα την αποκαλούσα «σοσιαλδημοκρατική».
Η κομμουνιστική τυραννία προέκυψε εν μέρει από τη θέληση να ζήσουν σε συμφωνία με μια θεωρία, η οποία επιβλήθηκε με το ζόρι στα άτομα παρόλο που ήταν εσφαλμένη. Αυτό που με ενδιαφέρει όμως εδώ είναι η επιτυχία της σοσιαλιστικής πρακτικής, που είναι ριζικά ατελής, αναμφίβολα ανατρέψιμη κι ωστόσο εντυπωσιακή.
Αυτή η πρακτική υπήρξε το έργο δημοκρατικών πολιτικών, ορισμένοι από τους οποίους ήσαν καιροσκόποι ή άτολμοι. Ολοι τους όμως είχαν αναγκαστικά έναν δεσμό με τους αγωνιστές της εργατικής τάξης.
Η κανονικότητα της σχέσης τους σηματοδοτούνταν από τις εκλογές και, με τη σειρά της, απαιτούσε μια συνεχή αναθεώρηση της θεωρίας.
Είναι προφανές ότι η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα επίτευγμα που δεν είναι ούτε ολοκληρωμένο ούτε χωρίς προβλήματα.
Οι δύο θεμελιώδεις αρχές της όμως είναι ευρύτερα αποδεκτές. Αυτές οι δύο αρχές είναι: πρώτον, ότι όλοι οι πολίτες πρέπει να ενσωματώνονται με όρους ισοτιμίας στην πολιτική κοινότητα –είναι η δημοκρατική αρχή. Και δεύτερον, ότι αυτή η κοινότητα είναι συλλογικά υπεύθυνη για την ευημερία, ή τουλάχιστον την ελάχιστη ευημερία, όλων των μελών της –είναι η κοινωνική αρχή.
Κανείς δεν πρέπει να αποκλείεται από την πολιτική συμμετοχή, από την κατανομή της δημοκρατικής εξουσίας, εξαιτίας της τάξης του, της φυλής του, της θρησκείας του ή του γένους του. Και όλοι οι συμπολίτες οφείλουν να υποστηρίζουν διεκδικήσεις προς όφελος των άλλων.
Οι φτωχοί πρέπει να βοηθιούνται. Ποιοι άλλοι εκτός από τους σοσιαλδημοκράτες πάλεψαν γι’ αυτές τις δύο αρχές –ίσως χωρίς απόλυτη συνέπεια, αλλά περισσότερο συχνά;
Ποιο άλλο πολιτικό κίνημα υπήρξε ο σύμμαχος όλων των ομάδων -εργατών, εβραίων, μαύρων, γυναικών, μεταναστών- που ζητούσαν πολιτικά δικαιώματα και κοινωνικά επιδόματα;
Σήμερα ο σοσιαλισμός χρειάζεται έναν συνεχή πειραματισμό με τις διάφορες μορφές κοινωνικής ενσωμάτωσης και τις διαφορετικές μεθόδους κοινωνικής βοήθειας.
Οι δύο αρχές της σοσιαλδημοκρατίας στηρίζονται πάνω στο πάθος για την ισότητα.
Από τις απαρχές, η πολιτική ενσωμάτωση και το κοινωνικό θεμέλιο υπήρξαν ένας ισχυρά αρνητικός στόχος: σήμαιναν ότι έπρεπε να τεθεί ένα τέρμα σε όλες τις μορφές ανθρώπινης υποτέλειας και δουλείας –πρώτα στις ανισότητες των παραδοσιακών κοινωνιών, τις οποίες κλόνισε ήδη ο καπιταλισμός, κι έπειτα στις ανισότητες που γέννησε ο ίδιος ο καπιταλισμός.
Στις χώρες που ιδρύθηκε η σοσιαλδημοκρατία, απλοί και ανώνυμοι άνθρωποι αναγνωρίστηκαν κοινωνικά, ενώ οι μειονοτικές ομάδες κέρδισαν τη δική τους θέση -έστω κι αν δεν είναι πάντα πλήρως ισότιμη- στους κόλπους της πολιτικής εξουσίας.
Αυτή η επιτυχία όμως έχει ένα δραματικό όριο: ο σοσιαλισμός, με τη διεθνή του στράτευση, υπήρξε μια εθνική και όχι μια παγκόσμια δύναμη.
Ακόμη και στις χώρες στις οποίες ιδρύθηκε, βρίσκεται σήμερα σε θέση άμυνας, αλλά αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε προκλήσεις που έρχονται από το εξωτερικό.
Ορισμένες από αυτές τις προκλήσεις είναι πολιτικές, καθώς προέρχονται από την εντυπωσιακή δύναμη του εθνικισμού και από τον θρησκευτικό ζήλο του σύγχρονου κόσμου.
Παρά τις περιστασιακές συμμαχίες που έκανε με τους ιερείς-εργάτες ή με τους χριστιανούς, ο σοσιαλισμός είναι ένα κοσμικό κίνημα και η εκκοσμίκευση συναντάει δυσκολίες στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, ιδίως στη Βόρεια Αφρική, στη Μέση Ανατολή και στη Νότια Ασία. Η μετανάστευση που προέρχεται από αυτές τις περιοχές προκαλεί μια πίεση στις χώρες όπου οι σοσιαλδημοκράτες είναι ή ήταν (και θα είναι) στην εξουσία.
Ο διαχωρισμός του θρησκευτικού και του πολιτικού, της ευσέβειας και της εξουσίας, που έχει εγκαθιδρυθεί εδώ και δεκαετίες, απαιτεί επιπρόσθετη επαγρύπνηση και σκληρή εργασία.
Η πιο δύσκολη πρόκληση όμως προέρχεται από την οικονομική παγκοσμιοποίηση, από το γεγονός ότι η διεύθυνση της οικονομικής ισχύος ξεφεύγει από τον έλεγχο του κράτους.
Σήμερα, δρώντας παγκόσμια, ο καπιταλισμός είναι θριαμβευτής και αλαζονικός. Οι ανισότητες μεγαλώνουν. Η ισχύς των κατόχων και των διαχειριστών του πλούτου αναπτύσσεται ανελέητα.
Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν μια μορφή αθλιότητας ανάλογη με εκείνη που ο Μαρξ είχε προβλέψει για τους εργάτες του 19ου αιώνα.
Αλλά η πρόσθετη πρόβλεψή του, σύμφωνα με την οποία η εξαθλίωση θα ενέπνεε μιαν ευρεία και οργανωμένη αντίσταση, δεν υλοποιήθηκε, τουλάχιστον μέχρι τώρα.
Η επιτυχία της σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν δυνατή παρά μόνον στα κράτη-έθνη με περιορισμένη επικράτεια και με σχετικά ομοιογενή πληθυσμό;
Ποιος είναι ο τόπος για μια πολιτική παγκόσμιας διαμαρτυρίας;
Μπορούν να εδραιωθούν δεσμοί αλληλεγγύης που θα υπερβαίνουν τα σύνορα της θρησκείας, της φυλής και της εθνικότητας; Και ποια μπορεί να είναι η θεσμική εστία του νέου διεθνούς σοσιαλισμού;
Οφείλουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, προκειμένου η σοσιαλδημοκρατία να έχει μέλλον.
Αν δεν βρούμε μέσα για να συγκρατήσουμε την οικονομική παγκοσμιοποίηση -όχι για να καταργήσουμε την αγορά, αλλά για να ελέγξουμε τις πράξεις της- όλες οι εθνικές μας επιτυχίες θα ανατραπούν.
Η αναγκαιότητα ενός περιορισμού έχει αναδειχτεί ευρέως. Είναι στην πραγματικότητα μια επείγουσα ανθρώπινη ανάγκη.
Και τούτο θα πρέπει να αποτελεί την ελπίδα μας και το πρόγραμμά μας: ότι μια μέρα αυτή η ανάγκη θα βρει έκφραση στη δημοκρατική πολιτική.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου